Ενάλια αρχαιολογική έρευνα στο αρχιπέλαγος των Φούρνων (2015-2017)

Του Δρ. Γεωργίου Κουτσουφλάκη

Από 9 έως τις 29 Ιουνίου ολοκληρώθηκε η τρίτη ερευνητική περίοδος της ενάλιας αρχαιολογικής έρευνας της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων στο αρχιπέλαγος των Φούρνων. Η έρευνα αυτή έχει σκοπό τον εντοπισμό, καταγραφή, τεκμηρίωση και μελέτη αρχαίων, μεσαιωνικών και νεώτερων ναυαγίων στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Φούρνων και ξεκίνησε το 2015 από μία μικρή ομάδα Ελλήνων και Αμερικανών αρχαιολόγων, με την υποστήριξη του Ιδρύματος R.P.M. Nautical Foundation. Η πρόοδος της έρευνας υπήρξε ραγδαία τα τελευταία τρία χρόνια ανακαλύπτοντας και καταγράφοντας το μεγαλύτερη συγκέντρωση αρχαίων ναυαγίων που έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα στην Μεσόγειο. Οι ανακαλύψεις αυτές γνώρισαν μία διεθνή προβολή και οι Φούρνοι, τόπος αρχαιολογικά αχαρτογράφητος μέχρι σήμερα, ανακηρύχθηκαν από τον ξένο τύπο ως «παγκόσμια πρωτεύουσα των αρχαίων ναυαγίων». Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι μία συνοπτική παρουσίαση των αποτελεσμάτων των τριών πρώτων χρόνων της έρευνας και μία ψύχραιμη αποτίμηση της δυναμικής του υποβρύχιου πεδίου του Αρχιπελάγους.

Γιατί οι Φούρνοι;

Οι Φούρνοι, ως γεωγραφική οντότητα του αρχαίου κόσμου δεν βρέθηκαν ποτέ στο επίκεντρο σημαντικών ιστορικών γεγονότων. Οι αρχαίες πηγές αναφέρονται σπάνια σε αυτούς. Η έκταση και το έδαφός τους δεν θα μπορούσαν ποτέ να συντηρήσουν μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες, η αυτάρκεια σε πρώτες ύλες ήταν περιορισμένη, η οικονομία πρωτογενής ενώ ελλείπουν παντελώς ενδείξεις για την ύπαρξη πλεονασματικής παραγωγής. Η μόνη, αρχαιολογικά πιστοποιημένη, εξαγώγιμη πρώτη ύλη των νησιών, το μάρμαρο, πιθανόν να πυροδότησε μία πρόσκαιρη οικονομική ανάπτυξη τους κατά την ύστερη αρχαϊκή περίοδο, η εκμετάλλευση των αποθεμάτων αυτών όμως δεν είναι σαφές πόσο κράτησε. Tα στρατηγικά πλεονεκτήματα ωστόσο που παρείχε η γεωγραφική τους θέση ήταν πολύ σημαντικά για να παραμεληθούν.

Οι Φούρνοι/Κορσεαί, βρίσκονται γεωγραφικά σε μία επίδοξη θέση, πάνω στον θαλάσσιο δρόμο που συνδέει βόρειες, κεντρικές και νότιες θέσεις της Μικρής Ασίας. Η σημασία όμως της διαδρομής αυτής, πάνω στον κατακόρυφο άξονα του ανατολικού Αιγαίου, υπερέβαινε την δυναμική των δικτύων τοπικής ή ενδο-αιγαιακής εμβέλειας. Ήταν υπερτοπική και εκτεινόταν νοτιότερα στις ακτές της Λυκίας και Κιλικίας φτάνοντας μέχρι την Κύπρο, την Φοινίκη και την Αίγυπτο ενώ στο βόρειο σκέλος της επεκτεινόταν μέσω του Ελλησπόντου έως την Προποντίδα και τη Μαύρη Θάλασσα. Οι περιοχές αυτές, όσο μακρινές και απομονωμένες και αν δείχνουν, αποτέλεσαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα αλληλοσυνδεόμενα δίκτυα μεταφοράς ανθρώπων, προϊόντων και ιδεών. Δεδομένου ότι ο αρχαίος ναυτικός κατά κανόνα απέφευγε να ταξιδεύει στο Αιγαίο τη νύχτα, η διαδρομή αυτή παρείχε μία σειρά από συνεχείς εγκολπώσεις και νησιά που λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι σταθμοί, ως «πατήματα» για την ασφαλή και επιτυχή ολοκλήρωση ενός θαλάσσιου ταξιδιού. Οι Φούρνοι ωστόσο, ήταν κάτι παραπάνω από ένας απλός ακόμα ενδιάμεσος σταθμός, ένα «πάτημα» από τα δεκάδες που παρείχε το ανατολικό Αιγαίο κατά μήκος της διαδρομής αυτής.

Δείτε φωτογραφικό υλικό

Για όποιον ναυσιπλοούσε στον άξονα βορρά – νότου κατά μήκος των ακτών της Μ. Ασίας, οι επιλογές στο κεντρικό Αιγαίο δεν ήταν πολλές. Η Σάμος και η Ικαρία, νησιά προσανατολισμένα στον άξονα ανατολής – δύσης, σχηματίζουν ένα  επίμηκες χερσαίο τείχος, ένα μέτωπο που στέκεται σαν φράγμα στη διαδρομή αυτή και αφήνει τρεις επιλογές προσπέλασης. Η πρώτη, η δυτική, απαιτούσε την παράκαμψη του ακρωτηρίου Πάπας της Ικαρίας και την απόλυτη έκθεση στις συνθήκες του ανοιχτού πελάγους που σχηματίζεται μεταξύ Ικαρίας και Μυκόνου. Ήταν μία διαδρομή που δεν παρείχε λιμένες καταφυγής και ήταν εκτεθειμένη στους ισχυρούς ανέμους και το κύμα του Ικάριου Πελάγους, που ήταν γνωστό και περιώνυμο στην αρχαιότητα για τις αντίξοες καιρικές συνθήκες που παρείχε. Θεωρητικά, ήταν η διαδρομή που κάθε εχέφρων ναυτικός της αρχαιότητας θα απέφευγε να επιλέξει. Πρακτικά αυτό επιβεβαιώνεται από την παντελή σχεδόν απουσία λειψάνων από αρχαία ναυάγια στις νότιες και δυτικές ακτές της Ικαρίας. Η δεύτερη διαδρομή, η τελείως ανατολική, περνούσε μέσα από το στενό δίαυλο Σάμου – Μ. Ασίας και απαιτούσε μία μεγάλη εκτροπή της πορείας του πλοίου. Η επιλογή που έμενε, ήταν η διέλευση από το στενό Σάμου – Ικαρίας, το Μέγα Μπογάζι της Χάρτας του Ρήγα Φεραίου, ένα ασφαλές πέρασμα ανοίγματος δέκα περίπου ναυτικών μιλίων, στο νότιο τμήμα του οποίου δεσπόζουν, απλωμένα σα βεντάλια τα είκοσι νησιά, νησίδες και βραχονησίδες του αρχιπελάγους των Φούρνων. Μπορούμε επομένως εύκολα να κατανοήσουμε ότι το πέρασμα αυτό δέχτηκε διαχρονικά έναν πολύ μεγάλο ναυσιπλοϊκό φόρτο. Το γεγονός όμως αυτό, από μόνο του δεν θα σήμαινε απολύτως τίποτε για τους Φούρνους, αν η ίδια η μορφολογία των νησιών αυτών δεν διέθετε κάποια πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Η σταυροειδής κατά κάποιο τρόπο διάταξη των τριών μεγαλύτερων νησιών (Φούρνοι, Θύμαινα, Αγ. Μηνάς) προσανατολισμένη στα σημεία του ορίζοντα, εξασφάλιζε καταρχήν την ύπαρξη μεγάλων υπήνεμων μετώπων στις ακτές, μετώπων στα οποία ο άνεμος δεν μπορούσε εύκολα να γυρίσει αλλάζοντας την αρχική του διεύθυνση όπως συμβαίνει σε άλλα νησιά με πιο ήπια ακτογραφία. Ούτε και διέθεταν οι Φούρνοι υψώματα τέτοιου ύψους στην χέρσο τους, ώστε να σχηματίζονται ισχυροί στεριανοί καταβατικοί άνεμοι, όπως συμβαίνει στις νότιες ακτές της Ικαρίας. Τα πλοία μπορούσαν να αναζητήσουν τις υπήνεμες αυτές πλευρές των Φούρνων και να προσεγγίσουν ανώδυνα τις ακτές για την αγκυροβολία και διανυκτέρευσή τους. Επιπλέον για ακόμα μεγαλύτερη προστασία και ασφάλεια, ο οριζόντιος διαμελισμός των Φούρνων διακρίνεται για μία σειρά από βαθιές και ρηχές εγκολπώσεις διαφορετικού προσανατολισμού που παρέχουν ιδανικές συνθήκες για την αγκυροβολία πλοίων. Αυτό καθιστούσε τους Φούρνους εκτός από έναν τακτικό σταθμό διανυκτέρευσης και επίσης έναν εξαίρετο τόπο καταφυγής σε περίπτωση απότομης επιδείνωσης των καιρικών συνθηκών. Εάν οι καιρικές συνθήκες άλλαζαν κατά τη διάρκεια της παραμονής στο νησί, υπήρχαν πάντα εναλλακτικοί τόποι προσόρμισης σε κοντινές αποστάσεις. Οι αρετές αυτής της μορφολογίας του συμπλέγματος δεν διέφυγαν της προσοχής του αρχαίου ναυτικού αλλά και των πολιτικών δυνάμεων που δρούσαν στην περιοχή και άσκησαν θαλασσοκρατία.

Όλες αυτές οι εκτιμήσεις για τον ρόλο και τη διαχρονική σημασία που έπαιξαν οι Φούρνοι ως ένα θαλάσσιο πέρασμα στο ανατολικό Αιγαίο, παρέμεναν επί της ουσίας έως το 2015 μία άσκηση επί χάρτου, μία υπόθεση εργασίας, ένα κατά βάση θεωρητικό οικοδόμημα βασισμένο σε γεωγραφικές παρατηρήσεις και συνεπικουρούμενο από ελάχιστες ιστορικές πηγές. Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα μικρά νησιά στο Αιγαίο, οι Φούρνοι δεν αποτέλεσαν ποτέ έως τότε ένα πεδίο εντατικής αρχαιολογικής διερεύνησης και τα υπάρχοντα τεκμήρια από τις χερσαίες έρευνες δεν φαίνονταν να διαφοροποιούν σημαντικά τους Φούρνους από οποιαδήποτε άλλη συστάδα μικρών ή μεγαλύτερων νησιών του ανατολικού Αιγαίου.

Η επιλογή των Φούρνων ως πεδίου διεξαγωγής αυτής της έρευνας δεν ήταν δεδομένη ούτε και αυτονόητη: αντιθέτως διερευνήθηκαν οι δυνατότητες διεξαγωγής της έρευνας σε δέκα τουλάχιστον άλλες νησιωτικές περιοχές του Αιγαίου πριν προκριθούν τελικά οι Φούρνοι ως το τελικό πεδίο εφαρμογής. Οι λόγοι επιλογής, πέρα από ένα προκαταρκτικό επίπεδο ιστορικής κατανόησης του θαλάσσιου χώρου, ήταν πολλαπλοί και σχετίζονταν και με κάποια κριτήρια όχι άμεσα αρχαιολογικά: διαθεσιμότητα πληροφορίας, ύπαρξη πολλαπλών εναλλακτικών τραπεζών έρευνας και κυρίως η ύπαρξη αρχών και ενός τοπικού πληθυσμού έτοιμου να στηρίξει ηθικά και υλικοτεχνικά την έρευνα αυτή.

Τα αποτελέσματα της έρευνας

Οι τρεις πρώτες περίοδοι της συστηματικής ενάλιας αρχαιολογικής έρευνας στους Φούρνους (2015, 2016, 2017), πραγματοποιήθηκαν από την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού με την συνεργασία του επιστημονικού ιδρύματος R.P.M. Nautical Foundation και σκοπό είχαν τον εντοπισμό, χαρτογράφηση και τεκμηρίωση ενάλιων αρχαιολογικών καταλοίπων στο θαλάσσιο χώρο του Αρχιπελάγους που σχετίζονταν με την αρχαία, μεσαιωνική και νεώτερη ναυσιπλοΐα και εμπορευματική διακίνηση. Η προκαταρκτικές αυτές έρευνες αποτέλεσαν μόνο την αρχή ενός τετραετούς ερευνητικού προγράμματος που θα ολοκληρωθεί το 2018 με σκοπό την πρωταρχική χαρτογράφηση όλων των ναυαγίων και αποθέσεων κεραμικής στα είκοσι περίπου νησιά του συμπλέγματος.

Κατά τις έρευνες των τριών πρώτων ετών διερευνήθηκε θαλάσσια έκταση που αντιστοιχεί στο περίπου 40% της συνολικής έκτασης των ακτογραμμών των Φούρνων και καταγράφηκαν πενήντα τρία ναυάγια που καλύπτουν έναν χρονικό ορίζοντα 2.600 χρόνων εκτεινόμενο από τα μέσα περίπου της Αρχαϊκής περιόδου (600 π.Χ.) έως και τον 20ο αιώνα. Εκτός των ναυαγίων καταγράφηκαν επίσης δεκάδες συγκεντρώσεις κεραμικής που οφείλονται σε απορρίψεις πλοίων και εκατοντάδες μεμονωμένα ευρήματα, κυρίως αμφορείς και άγκυρες. Η σύναψη κάποιων γενικών συμπερασμάτων είναι εξαιρετικά πρόωρη καθώς η έκταση που έχει διερευνηθεί είναι ακόμα αναλογικά μικρή και δεν καλύπτει ομοιόμορφα όλη την θαλάσσια περιοχή του Αρχιπελάγους. Μπορούμε ωστόσο να θεωρήσουμε, ότι ο θαλάσσιος αυτός χώρος μας παρέχει τα πρώτα δείγματα γραφής ακόμα και αν αυτά δεν είναι απολύτως αντιπροσωπευτικά.

Στις πρώτες γενικές λοιπόν παρατηρήσεις θα πρέπει να αναφερθεί ο εξαιρετικός πλούτος των βυθών της ακτογραμμής των Φούρνων σε ναυάγια και εν γένει ίχνη αρχαίας ναυσιπλοΐας, τα οποία εμφανίζονται σε μία πυκνότητα που είναι πρωτόγνωρη για το χώρο του Αιγαίου. Με μία έρευνα που διήρκεσε συνολικά λιγότερο από εξήντα πέντε ημέρες, οι Φούρνοι, από μία περιοχή ανύπαρκτη έως σήμερα στους χάρτες διασποράς αρχαίων ναυαγίων, αναδείχτηκαν ως ο τόπος με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ναυαγίων στο Αιγαίο. Το γεγονός αυτό από μόνο του φαίνεται καταρχήν να επιβεβαιώνει την αρχική υπόθεση, ότι οι Φούρνοι κατελάμβαναν μία καίρια θέση σε ένα σημαντικό θαλάσσιο πέρασμα στο Αιγαίο. Μία πρώτη ανάγνωση των προκαταρκτικών δεδομένων καταδεικνύει πέρα από τον μεγάλο αριθμό των ναυαγίων επίσης και την ποικιλομορφία των φορτίων των πλοίων αυτών, πολλά από τα οποία προέρχονται από υπερπόντιες, εκτός Αιγαίου περιοχές, όπως οι ακτές της Συρίας – Παλαιστίνης, η Λυκία, η Μαύρη Θάλασσα, η Βόρεια Αφρική, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Αυτό τοποθετεί στους Φούρνους, πέρα από τα τοπικά ενδο-αιγιακά δίκτυα επικοινωνίας και στην ρότα ευρύτερων, υπερ-τοπικών δικτύων, που διέρχονται το Αιγαίο στον άξονα βορρά – νότου και σχετίζονται με τον μεγάλο εμπορικό δρόμο Αιγύπτου, Συρίας, Παλαιστίνης, Κύπρου – Κωνσταντινούπολης – Μαύρης Θάλασσας αλλά και τον θαλάσσιο δρόμο Τυνησίας – Ιταλίας – Αιγαίου. Σχεδόν όλα τα φορτία πλοίων που εντοπίστηκαν, προέρχονται από διάφορα σημεία αυτών των διαδρομών, εντός ή εκτός Αιγαίου.

Η γεωγραφική διασπορά του ενάλιου αρχαιολογικού υλικού φαίνεται μέχρι στιγμής να καταδεικνύει μεγάλες συγκεντρώσεις ναυαγίων κατά μήκος των ανατολικών ακτών του συμπλέγματος, ιδιαίτερα στο θαλάσσιο δίαυλο Φούρνων – Αγ. Μηνά, στην βόρεια πλευρά του Αγ. Μηνά και στους εσωτερικούς διαύλους Φούρνων – Κισηριάς – Θύμαινας και στις νησίδες Μικρός και Μεγάλος Ανθρωποφάγος. Η εικόνα αυτή οφείλεται βεβαίως σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι στις περιοχές αυτές επικεντρώθηκε κατεξοχήν η έρευνα των ετών 2015-2017, τα δεδομένα ωστόσο είναι τόσο πολλά ώστε η πρώτη αυτή εκτίμηση είναι δύσκολο να τροποποιηθεί σημαντικά. Η εξωτερική και νότια πλευρά της Θύμαινας απέδωσε μόλις δύο ναυάγια, υπάρχουν ωστόσο αρκετές ενδείξεις για παρουσία αρκετών ακόμα ναυαγίων σε μεσαία και μεγάλα βάθη. Το στοιχεία συνεπώς φαίνονται να δείχνουν ότι η διασπορά των ναυαγίων είναι αρκετά ομοιογενής, χωρίς να έχουν επισημανθεί περιοχές τις οποίες ο αρχαίος ναυτικός φαίνεται να απέφευγε.

Οι περιοχές που παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ναυαγίων, παρουσιάζουν ταυτόχρονα και μία ιδιαίτερα μεγάλη πυκνότητα μεμονωμένων ευρημάτων που δεν σχετίζονται με κάποιο ναυάγιο και αποτελούν απορρίψεις πλοίων που διέρχονταν τις περιοχές αυτές. Οι χάρτες διασποράς ναυαγίων και απορρίψεων που συμπίπτουν σε πολύ μεγάλο βαθμό, έρχονται συνεπώς να μας δηλώσουν ότι η παρουσία ναυαγίων στις περιοχές αυτές δεν είναι συμπτωματική: δεν πρόκειται για πλοία που παρασύρθηκαν υπό καθεστώς ακυβερνησίας στις ακτές αυτές από κάπου αλλού. Αντιθέτως, κινούνταν κατά μήκος ενός δοκιμασμένου και πολυσύχναστου θαλασσίου δρόμου.

Ο χρονολογική διασπορά των ναυαγίων γύρω από τους Φούρνους δεν είναι ομοιογενής. Τα ναυάγια προϊστορικής περιόδου απουσιάζουν παντελώς μέχρι σήμερα. Η εικόνα αυτή δεν αποκλείεται να αλλάξει στο μέλλον με την προώθηση της έρευνας, ας σημειωθεί ωστόσο ότι η σπανιότητα προϊστορικών ναυαγίων είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε όλη τη Μεσόγειο και συνδέεται με την αναλογικά μειωμένη διακίνηση προϊόντων δια θαλάσσης σε σχέση με τις ιστορικές περιόδους που ακολούθησαν.

Τα αρχαιότερα μέχρι στιγμής ναυάγια στους Φούρνους ανάγονται στην αρχαϊκή περίοδο, την εποχή ακριβώς που γενικεύτηκε η χρήση των οξυπύθμενων αμφορέων ως δοχείων για τη θαλάσσια μετακομιδή ρευστών και ημίρευστων προϊόντων. Μας είναι γνωστά 3 ναυάγια της αρχαϊκής περιόδου, αριθμός αρκετά υψηλός σε σχέση με τα στατιστικά του υπόλοιπου Αιγαίου. Η κλασική περίοδος αντιπροσωπεύεται μόλις από 4 ναυάγια, ποσοστό πολύ μικρό, το οποίο αναμένεται ωστόσο να αλλάξει, η ελληνιστική περίοδος από 10 ναυάγια, η ρωμαϊκή περίοδος από 12 ναυάγια, η ύστερη ρωμαϊκή περίοδος από 17 ναυάγια, η βυζαντινή περίοδος από 3 ναυάγια, η μεταβυζαντινή περίοδος από 4 ναυάγια. Τα ποσοστά αυτά παρουσιάζουν κάποιες αποκλίσεις από τα γενικότερα στατιστικά του Αιγαίου αλλά και της Μεσογείου, οι οποίες είναι πολύ νωρίς ακόμα για να ερμηνευτούν.

Ωστόσο είναι άξιος παρατήρησης ο πολύ μεγάλος αριθμός ναυαγίων που χρονολογούνται κατά το χρονικό διάστημα του 3ου – 7ου αιώνα μ.Χ. Συγκεκριμένα τα εικοσιπέντε από τα σαράντα τέσσερα ναυάγια χρονολογούνται κατά την περίοδο αυτή. Το παράδοξο αυτό φαινόμενο, που αντιβαίνει τα στατιστικά των ναυαγίων στο υπόλοιπο Αιγαίο, θα πρέπει να συνδεθεί ιστορικά με γεγονότα όπως η μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στο Βυζάντιο και την συνακόλουθη ενεργοποίηση του παράκτιου εμπορικού δρόμου της ανατολικής Μεσογείου που συνδέει της μακρινές επαρχίες Αιγύπτου, Συρίας και Κύπρου με την Κωνσταντινούπολη και τη Μαύρη Θάλασσα. Η δυναμικότητα του δικτύου αυτού έχει μόλις αρχίσει να αποτιμάται στη σωστή της διάσταση.

Από το σύνολο των 53 έως τώρα εντοπισμένα ναυαγίων, τα 48 έφεραν ως φορτία αμφορείς, τα κατεξοχήν μεταφορικά αγγεία της αρχαίας Μεσογείου για την μετακομιδή ρευστών ή ημίρευστων προϊόντων. Κρασί, λάδι, σάλτσες ψαριών και παστά ψάρια ήταν τα προϊόντα που αποτελούσαν την βάση της οικονομίας του αρχαίου κόσμου και μεταφέρονταν σε μεγάλες ποσότητες σχεδόν αποκλειστικά δια θαλάσσης. Τα ναυάγια αυτά εντοπίστηκαν σε βάθη που κυμαίνονται από πέντε έως και 64 μέτρα. Τα ναυάγια της ρηχής ζώνης βρέθηκαν σε μεγάλο βαθμό διαταραγμένα κυρίως από ανθρωπογενείς παράγοντες. Η αρχαιοκαπηλεία υπήρξε συστηματική στα νερά αυτά κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 και ένας μεγάλος αριθμός αμφορέων από τους Φούρνους βρίσκεται σήμερα σε παράνομες ιδιωτικές συλλογές. Τα ναυάγια της βαθύτερης ζώνης βρέθηκαν αλώβητα, κάποια από αυτά σε αξιομνημόνευτα καλή κατάσταση και πιθανόν να καταστούν στόχοι για ανασκαφική διερεύνηση κατά το μέλλον. Συνεκτιμώντας την κατάσταση αυτή κατά το 2017 στο δυναμικό της έρευνας προστέθηκε το ερευνητικό σκάφος “Hercules” μήκους 36 μέτρων, ερευνητικό σκάφος που εξειδικεύεται στην αρχαιολογική χαρτογράφηση βαθέων υδάτων που δεν είναι προσβάσιμα με συμβατικά μέσα κατάδυσης

Η πρώτη φάση της έρευνας αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2018 με μία πρώτη καταγραφή όλων των ναυαγίων του αρχιπελάγους. Μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής θα μπορέσει να υπάρξει μία συνολική κατανόηση της χρήσης του θαλάσσιου αυτού χώρου και να επισημανθούν τα αρχαία και μεσαιωνικά ναυάγια που έχουν μία σημαίνουσα ιστορική βαρύτητα και μπορούν να προκριθούν για ανασκαφική διερεύνηση στο μέλλον.

Την γενική διεύθυνση της έρευνας είχε ο αρχαιολόγος της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων Δρ Γιώργος Κουτσουφλάκης ενώ επικεφαλής του Ιδρύματος R.P.M. Nautical Foundation ήταν ο αρχαιολόγος Δρ Peter Campbell. Την έρευνα έχουν πλαισιώσει μέχρι στιγμής περισσότεροι από 50 συνεργάτες, πολλών διαφορετικών ειδικοτήτων (αρχαιολόγοι, ιστορικοί, μηχανικοί, φωτογράφοι, κινηματογραφιστές, συντηρητές αρχαιοτήτων) όλοι σχεδόν στο σύνολό τους καταδυόμενοι. Επίσης υπήρξε το πεδίο επιμόρφωσης και εξάσκησης ενός μεγάλου αριθμού φοιτητών στα πρώτα τους βήματα στις πρακτικές της υποβρύχιας αρχαιολογίας.

Καίριας σημασίας για την επιτυχή έκβαση της έρευνας όλα υα προηγούμενα χρόνια υπήρξε η ευαισθητοποίηση του τοπικού πληθυσμού και η εκτενής συλλογή πληροφοριών από την κοινότητα των αλιέων και σπογγαλιέων οι οποίοι παρείχαν αφειδώς πληροφορίες για την ύπαρξη αρχαιοτήτων στο βυθό και οδήγησαν στον γρήγορο εντοπισμό τους. Σημαντική επίσης ήταν η συμβολή του Δήμου Φούρνων – Κορσεών, του Δημάρχου Γ. Μαρούση  με την συνεχή παροχή υπηρεσιών και διευκολύνσεων στο έργο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων. Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, από τα ιδρύματα R.P.M. Nautical Foundation και Honor Frost Foundation. Υποστηρίχτηκε επίσης από τις χορηγίες των εταιρειών Eurobrokers (Γιώργος Κούμπας), Νέα Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ (Μιχαήλ Σπανόπουλος), Carfour Ικαρίας (Χάρης και Γιώργος Τσούνης), το Σύλλογο Επαγγελματιών Φούρνων και από τους ομογενείς της Αμερικής Γιώργο και Βασίλη Μάρκου.

Advertisements

Τα Ικαριώτικα νέα δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s