Τα χριστούγεννα του τεμπέλη-Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Φύσαγε παγωμένος βοριάς όταν ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος μπήκε πρωί-πρωί στο καπηλειό του Πατσόπουλου να πιεί κανένα ρούμι να ζεσταθεί ο άνθρωπος.

%cf%81%ce%b9%ce%b1-3

Τον είχε διώξει η γυναίκα του, τον είχε δείρει ο κουνιάδος του, τον είχε διαβολοστείλει η σπιτονοικοκυρά του η κυρά-Στρατίνα και -το χειρότερο απ’ όλα!- τον είχε φασκελώσει ο μικρός ο γιός του. Ήτανε δεν ήτανε τριών χρονών, και να βρίζει τον πατέρα του! Βρισιές να ιδείς εκεί -ήμαρτον Παναγία μου!-, τέτοια πράγματα δε λέγονται ούτε και γράφονται.

Ο κάπελας ο Πατσόπουλος, καπάτσος καθώς ήτανε, είχε τα βαρέλια και τις φιάλες με το ρούμι, κι από κοντά πουλούσε και κανένα σαπούνι, τίποτε ρύζι ή ζάχαρη. Ώστε οι νοικοκυρές έμπαιναν το πρωί να ψωνίσουν, και βγαίνανε με λίγο ρύζι στο χέρι και το ρούμι κρυμμένο παραμάσχαλα, να μην τους δει η γειτονιά, και τι θα πει ο κόσμος, γυναίκες πράμα και να μπεκρουλιάζουνε πρωί-πρωί.

Ερχόντανε και η κυρά-Στρατίνα, με τα δυο τα σπίτια, που φώναζε παντού τα μυστικά της, δηλαδή τα μυστικά των άλλων. Τρία νοίκια της χρώσταγε ο μαστρο-Δημήτρης ο ράφτης, πέντε ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος….

Τουρτουρίζοντας από το κρύο, μπήκε ο μαστρο-Παυλάκης στο καπηλειό και ζήτησε ένα ρούμι. Ο μικρός του καπηλειού, που τον ήξερε τι ήτανε, τον ρώτησε:

– Έχεις πεντάρα;

– Βάλε συ το ρούμι ….., του είπε ο μαστρο-Παυλάκης.

Πεντάρα,  Άκου πεντάρα! Και που να τη βρει την πεντάρα; Να δουλέψει! Ναι. Καλή η δουλειά, δε λέμε, καλό όμως και το κρασί κι η κουβεντούλα και όλα. Και το καλύτερο απ’ όλα η τεμπελιά, η ντόλτσε βίτα, που λένε και τα αδέλφια μας οι Ιταλοί! Έχουμε και λέμε: Δευτέρα χουζούρι, Τρίτη σουλάτσο, Τετάρτη ξάπλα, Πέμπτη και Παρασκευή εργάσιμες, κι ύστερα Σαββάτο να ’ναι μάστορα κι ας είν’ και χίλιες ώρες!

%cf%81%ce%b9%ce%b1-1

Πάνω στην ώρα να και ο Δημητρός ο ράφτης από απέναντι.

– Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπε όταν το μάτι του πήρε τον Παύλο.

Ώστε ήτανε θέλημα Θεού να λυθεί με αυτό τον απλό τρόπο το ενοχλητικό ζήτημα της πεντάρας που είχε προκύψει προηγουμένως. Σε σκέψεις μεγάλες μπήκε ύστερα ο μαστρο-Παύλος. Σαββάτο σήμερα, αύριο Κυριακή, Δευτέρα παραμονή, Τρίτη Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεφτά να πάρει μια γαλοπούλα, να πάει κι αυτός στο σπίτι του όπως όλος ο κόσμος, να κάνει Χριστούγεννα με τη φαμίλια του. Μετάνιωσε τώρα που δεν πήγε τις τελευταίες μέρες για δουλειά, να βγάλει λίγα λεφτουδάκια να κουτσοπεράσει κι αυτός τις γιορτές.

%cf%81%ce%b9%ce%b1-2

Τέτοιες σκέψεις έκανε ο μαστρο-Παυλάκης βολτάροντας από δω κι από κει, μέχρι που έφτασε το βράδυ της Κυριακής.

Την άλλη μέρα, Δευτέρα, μόλις είχε φτάσει μπροστά στην πόρτα του καπηλειού και ήτανε έτοιμος να μπει μέσα, όταν ξάφνου βλέπει ένα παιδί της αγοράς μ’ ένα καλάθι στον ώμο. Το καλάθι είχε ένα σωρό καλούδια: Γαλοπούλα, λάχανα, πορτοκάλια, βούτυρο και ποιος ξέρει τι άλλες λιχουδιές θα είχε ακόμα εκεί μέσα.

– Ε, πατριώτη, μήπως ξέρεις που είναι το σπίτι του κυρ Θανάση του Μπελιόπουλου; Ρώτησε το παιδί τον μάστρο-Παύλο.

Μία ιδέα πέρασε σαν αστραπή απ’ το μυαλό του Παύλου.

– Λες του κυρ Θανάση του Μπελιόπουλου, ναι, βέβαια, να, εδώ είναι το σπίτι του, αυτό εδώ. Αμέ να φωνάξεις την κυρά-Παυλίνα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο….. Είναι…. Πώς να πω…. Είναι κουνιάδα του ….. θέλω να πω ανιψιά του…. φώναξέ τη και δωσ’ της τα ψώνια.

Κι αμέσως έκανε μόνος του πέντ’ έξι βήματα προς την αυλόθυρα και φώναξε δυνατά:

– Κυρά Παύλαινα, κόπιασε να πάρεις τα ψώνια που σου στέλνει ο κύριος …. Ο αφέντης σου ντε!

Όλα πήγαν μία χαρά, λοιπόν, μαστρο-Παυλάκη μας, ε; Τρίβεις τα χέρια σου απ’ τη χαρά σου! Και μόνο που σκέφτεσαι την ξένη γαλοπούλα στα δόντια σου, σου πέφτουν τα σάλια, πονηρούλη! Και θα τα φτιάξεις και με τη γυναίκα σου τώρα, με τέτοιο δώρο χριστουγεννιάτικο που της έκανες!

Όλη την ημέρα την πέρασε ο μαστρο-Παύλος στο καπηλειό, δύο μεζέδες από δω, τρία κεράσματα από κει, πέρασε καμιά φορά κι αυτή η μέρα κι άρχισε να πέφτει το σκοτάδι. Ο μαστρο-Παύλος πήρε το δρόμο για την αυλή και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του.

– Καλησπέρα, κυρά-Παύλαινα, φώναξε απ’ έξω, και χρόνια πολλά. Πως πήγε η γαλοπούλα; Εγώ σου την έστειλα….

Ούτε φωνή ούτε ακρόαση από μέσα. Όλη η αυλή ήταν ήσυχη. Όλοι κοιμούνταν. Μόνο ο σκύλος, που γνώριζε τον μαστρο-Παύλο, γρύλισε λίγο κι ύστερα ησύχασε πάλι. Εκτός από τις τρεις τέσσερεις οικογένειες που ζούσαν εκεί, υπήρχαν ακόμα δύο γίδες, δώδεκα κότες, τέσσερεις γάτες, δύο γαλοπούλες κι ένα τσούρμο περιστέρια, που είχαν μαζευτεί έντρομα στο κονάκι τους για το φόβο των γάτων.

Τη στιγμή εκείνη ακούστηκαν βήματα. Κάποιος πλησίασε.

– Ε, μαστρο-Παύλε, είπε η κυρά-Στρατίνα κοντοζυγώνοντας, τι γαλοπούλα και γαλοπούλες μας τσαμπουνάς, ασίκη μου, για να ’χουμε  το καλό ρώτημα; Είδαμε και πάθαμε μέχρι να το κουκουλώσουμε το πράμα, να μην προσβαλθεί το σπίτι. Ρεζίλι μας έκανες όλους με τα καμώματά σου. Ήρθε, μαθές, αυτό που του ανήκε η γαλοπούλα κι έκαμε σαματά μεγάλο. Και τι να κάνει κι η κακομοίρα η γυναίκα σου, που την είχε κόψει κιόλας τη γαλοπούλα και την είχε βάλει στο τσουκάλι; Κλειδώθηκαν όλοι μέσα, από τον φόβο τους να μην ξανάρθει αυτός ο άνθρωπος και φέρει και την αστυνομία. Κι ο κουνιάδος σου είναι έξω φρενών. Να μη σε πιάσει στα χέρια του, λέει. Κομμένα τα αστεία σου άλλη φορά, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπει από το σπίτι μου εμένα! Τ’ ακούς;

– Την υγειά σου, μαστρο-Πάλο, τεμπελόσκυλο, κακέ πατέλα. Την φάαμε την λαλοπούλα. Να, πάλε και συ πέντε, κι άλλα πέντε, δέκα.

Το δίχως άλλο αυτός ο άθλιος ο κουνιάδος του το είχε δασκαλέψει το απιδί να τα λέει αυτά.

– Το καλό που σου θέλω, μαστρο-Παυλέτο μου, είπε η κυρά-Στρατίνα, πάρε αμέσως δρόμο προτού ξυπνήσει ο κουνιάδος σου. Δρόμο, κι από μεθαύριο δουλειά, δουλειά! Να μου ξεπληρώσεις κι εμένα τα νοίκια που μου χρωστάς!

– Δρόμο, επανέλαβε κι ο Παύλος μηχανικά, δρόμο ….. και δουλειά! Ύστερα έστριψε σβέλτα προς την αυλόθυρα και χάθηκε στο σκοτάδι της νύχτας.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%82

Γεννήθηκε στη Σκιάθο το Μάρτιο του 1851 και πέθανε στη Σκιάθο τον Ιανουάριο του 1911. Τον πατέρα του που ήταν παπάς τον έλεγαν Αδαμάντιο και την μητέρα του Γκιουλώ (από Αγγελική). Μανώλης, Ουρανία, Χαρίκλεια, Αλέξανδρος, Σοφούλα, Γιώργης και Κυρατσούλα, τα ονόματα των 7 παιδιών των γονέων του. Μετά τις πρώτες του σπουδές το Γυμνάσιο το τελείωσε ο Αλ. Παπαδιαμάντης στην Αθήνα. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όμως δεν τελείωσε τις σπουδές του. Ζούσε φτωχικά. Παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα για να τα βγάλει πέρα και έγραφε σε εφημερίδες και περιοδικά.

Αγαπούσε τους ανθρώπους του καθημερινού μόχθου και έκανε παρέα με τους απλούς ταπεινούς ανθρώπους.

Όνειρο στο κύμα – Η Φόνισσα – Ολόγυρα στη λίμνη – Ρόδινα Ακρογιάλια, τίτλοι από τα έργα του κορυφαίου συγγραφέα μας.

Σκίτσα: Ρία Γαΐλα: Σκιτσογράφος-Εικονογράφος

Πηγή: Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη-Άπαντα/Γ. Βαλέτα

Προσαρμογή – Διασκευή για παιδιά

Τασσώ Γαΐλα

Αρθρογράφος-Ερευνήτρια

Advertisements

Τα Ικαριώτικα νέα δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s