Τα Δεκεμβριανά του 1944 και του 2008,όταν ο λαός αγανακτεί

Στις 3 Δεκεμβρίου του 1944 οργανώνεται η μεγάλη διαδήλωση του ΕΑΜ στην Αθήνα με πυροβολισμούς των Αστυνομικών δυνάμεων μπροστά στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη ενάντια στη διαδήλωση, που είχε οργανωθεί ως απάντηση στο τελεσίγραφο της κυβέρνησης εθνικής ενότητας (1-12-1944) για τον αφοπλισμό όλων των αντάρτικων ομάδων, με αποτέλεσμα το θάνατο 33 διαδηλωτών και τον τραυματισμό άλλων 148. Παράλληλα ο στρατηγός Σκόμπυ προέβη σε διάγγελμα, ενώ άμεσες προσπάθειες για πολιτική λύση απαγορεύτηκαν από τον Τσώρτσιλ.

Η πλατεία Συντάγματος την ημέρα της εισόδου της Κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, 18 Οκτωβρίου 1944, μετά την αποτίναξη της Κατοχής.

Από εκείνο το σημείο και μετά ξεκίνησαν μάχες που κράτησαν 33 μέρες και τερματίστηκαν στις 5-6 Ιανουαρίου 1945. Τα Δεκεμβριανά, όπως καταγράφηκαν στη συλλογική μνήμη οι μάχες του Δεκεμβρίου του 1944, ήταν η μοναδική περίπτωση κατά την οποία σημειώθηκαν πολεμικές συγκρούσεις τέτοιας έκτασης στην ελληνική πρωτεύουσα από δημιουργίας του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους (1830). Ήταν επίσης, η μόνη περίπτωση στο Β΄Π.Π. κατά την οποία συγκρούσθηκαν μεταξύ τους συμμαχικές δυνάμεις (ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και βρετανοί).

Η πανηγυρική ατμόσφαιρα της απελευθέρωσης δεν μπορούσε να αποκρύψει τα μεγάλα προβλήματα που παρέμειναν στη χώρα. Η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα ενώ τμήμα του ΕΛΑΣ την υποδέχτηκε με τιμητικό άγημα. Παράλληλα ο ΕΛΑΣ κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής χώρας. Γερμανικές δυνάμεις παρέμεναν στην Κρήτη, στα Δωδεκάνησα και σε διάφορα άλλα νησιά του Αιγαίου. Η κατάσταση ήταν χαώδης. Η Ελλάδα είχε ερημωθεί, ο λαός πεινούσε, χρήματα δεν υπήρχαν, ενώ πολιτικά η χώρα ήταν χωρισμένη σε αντίπαλα στρατόπεδα.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς κατακτητές, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανόρθωσης της χώρας. Στην Κυβέρνηση είχε δεχθεί να προσχωρήσει και η Αριστερά, της οποίας έξι στελέχη (Σβώλος, Αγγελόπουλος, Ασκούτσης από την Π.Ε.Ε.Α., Τσιριμώκος από το Ε.Α.Μ. και οι Πορφυρογένης, Ζέβγος από το Κ.Κ.Ε.) ανέλαβαν υπουργεία. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που μπήκε η αριστερά στην κυβέρνηση, η δεύτερη ήταν το 1989 και η τρίτη αυτή που ζούμε τώρα. Τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπισθούν άμεσα εκείνη την εποχή ήταν το πολιτειακό ζήτημα, η παραπομπή σε δίκη και τιμωρία των δοσίλογων και η συγκρότηση εθνικού στρατού και αστυνομίας, καταργουμένων των ένοπλων τμημάτων των αντιστασιακών ομάδων. Ταυτόχρονα είχε τεθεί αφ’ ενός μεν το ζήτημα της τιμωρίας των συνεργατών του κατακτητή, αφ’ ετέρου δε η μεθόδευση του αφοπλισμού των ανταρτών. Η βάση πάνω στην οποία κινούνταν η πολιτική του Παπανδρέου ήταν η συμφωνία της Καζέρτα, η οποία υπέτασσε όλες τις ελληνικές δυνάμεις (εθνικό στρατό και ανταρτικές ομάδες) υπό συμμαχική διοίκηση και συγκεκριμένα τον στρατηγό Σκόμπυ. Για το πολιτειακό συμφωνήθηκε ότι θα λυνόταν με ελεύθερο δημοψήφισμα αμέσως μόλις το επέτρεπαν οι συνθήκες, χωρίς να καθοριστεί σαφώς ο χρόνος. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εξόριστος μονάρχης είχε πιεσθεί ώστε να δεσμευτεί να μην επιστρέψει στη χώρα πριν ο λαός αποφασίσει ρητά για τη μορφή του πολιτεύματος που επιθυμούσε. Παρά τις αντιρρήσεις του, ο Γεώργιος δέχτηκε τελικά με παρότρυνση και των Βρετανών να παραχωρήσει την αντιβασιλεία στον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Για το ζήτημα της δίκης των δοσίλογων και συνεργατών συμφωνήθηκε αυτή να ξεκινήσει στα μέσα Δεκεμβρίου.

Σε αντίθεση με τις μαζικές αντεκδικήσεις σε Ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία που έγιναν εις βάρος των συνεργαζόμενων με τις Κατοχικές δυνάμεις ελάχιστες ώρες μετά την Απελευθέρωση τους όπου έγινε λουτρό αίματος με 9.000 και 12.000-20.000 νεκρούς αντίστοιχα, στην Αθήνα αντίθετα δίδεται από τον ΕΛΑΣ Αθηνών εντολή να μη υπάρξουν βίαια έκτροπα. Η ειρηνική διάθεση του ΕΛΑΣ επιβεβαιώνεται από κυβερνητικές και από Βρετανικές πηγές που αναφέρουν ότι επικρατεί ησυχία. Στις 15 Οκτώβρη 1944 οργανώθηκε διαδήλωση από τις εθνικιστικές οργανώσεις η οποία χτυπήθηκε στη περιοχή της Ομόνοιας από οπαδούς του ΕΑΜ οι οποίοι λύντσαραν και προπηλάκισαν μέλη των εθνικιστικών οργανώσεων. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει όταν μέλη διαδήλωσης του ΕΑΜ πυροβολήθηκαν με αποτέλεσμα νεκρούς και τραυματίες από ένοπλους δωσιλογικών οργανώσεων που είχαν καταλύσει υπό περιορισμό τα ξενοδοχεία της περιοχής. Παρόλους τους νεκρούς της η εαμική αντίδραση παρέμεινε στο πλαίσιο της καταγγελίας, χωρίς αντίποινα. Από τα πυρά σκοτώθηκαν τουλάχιστον επτά μέλη εαμικών οργανώσεων και τραυματίστηκαν 82. Στη συνέχεια υπήρξε κωλυσιεργία των αρχών για τη σύλληψη και προσαγωγή σε δίκη γνωστών συνεργατών των κατακτητών, καθώς και η πρωτοφανής απόδραση 720 έγκλειστων δοσίλογων από τις φυλακές Συγγρού, ενώ πρώην χωροφύλακες από την επαρχία από διαλυμένα σώματα από τον ΕΛΑΣ συγκρότησαν το Σύνταγμα Μετεκπαιδεύσεως Χωροφυλακής και στρατωνίστηκαν στο κέντρο.

Στις 3/11/44 ο στρατηγός Αλέξανδρος Οθωναίος είχε διοριστεί αρχιστράτηγος των Ελληνικών δυνάμεων και επιθυμούσε για υπαρχηγό του, τον στρατηγό Σαράφη, κάτι που αρνήθηκε ο Γ.Παπανδρέου που τόσο αυτός όσο και ο Σκόμπυ επιθυμούσαν στην θέση αυτή να διοριστεί ο στρατηγός Κωνσταντίνος Βεντήρης. Όταν θα διαλύονταν οι αντάρτικοι σχηματισμοί(ΕΛΑΣ/ΕΔΕΣ) και μέχρι την συγκρότηση του νέου στρατού ο αρχιστράτηγος δε θα μπορούσε να διατάζει τις ένοπλες δυνάμεις οι οποίες και θα παρέμεναν στην διοίκηση του Στρατηγού Σκόμπυ. Τελικά ο Οθωναίος παραιτήθηκε στις 13/11/1944 λόγω της πρόθεσης της κυβέρνησης να μειώσει στρατιωτικά το ΕΑΜ.

Το σημείο που τελικά οδήγησε στην κρίση ήταν ο αφοπλισμός των αντάρτικων ομάδων, προς δημιουργία εθνικού στρατού. Το θέμα αυτό θα μπορούσε να καθορίσει αποφασιστικά την κατανομή της εξουσίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Στις 5 Νοεμβρίου ο Παπανδρέου ανακοίνωσε, σε συμφωνία με το στρατηγό Σκόμπυ, ότι ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατευθούν ως τις 10 Δεκεμβρίου. Η απόφαση είχε ληφθεί τέσσερις μέρες νωρίτερα, κατόπιν σύσκεψης στην οποία μετείχε και ο Σιάντος του ΚΚΕ. Ακολούθησαν μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβερνήσεως και του ΕΑΜ. Στις 18 Νοεμβρίου συμφωνήθηκε η ίδρυση Εθνοφρουράς, η οποία θα στελεχωνόταν από τους κληρωτούς της τάξης του 1936. Στις 25 Νοεμβρίου αντικαταστάθηκε ο υφυπουργός Στρατιωτικών Λάμπρος Λαμπριανίδης καθώς είχε επαναφέρει στο στράτευμα περισσότερους από 100 αξιωματικούς των Ταγμάτων Ασφαλείας. Αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Πτολεμαίο Σαρρηγιάννη μέλος του ΕΑΜ, κάτι που θεωρήθηκε μεγάλη παραχώρηση στο ΕΑΜ και οδήγησε στον πρέσβη Λήπερ να ζητήσει ενδεχόμενη διακοπή στις συζητήσεις μεταξύ Παπανδρέου και ΕΑΜ. Στις 27 Νοεμβρίου ο Παπανδρέου ανακοίνωσε τη συμφωνία με τους εαμικούς υπουργούς Σβώλο, Τσιριμώκο, Ζεύγο για την αποστράτευση του ΕΛΑΣ. Παράλληλα, συμφωνήθηκε να παραδώσουν τα όπλα τους και ο ΕΔΕΣ, αλλά και η Χωροφυλακή της Μ. Ανατολής. Αντιδράσεις προκάλεσε όμως, σε όλους εντός του ΕΑΜ παρότι έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί ότι υπήρχε διάσταση απόψεων εντός του ΕΑΜ, το τελεσίγραφο της κυβέρνησης την 1η Δεκεμβρίου για γενικό αφοπλισμό σύμφωνα με την πρόσφατη συμφωνία, η οποία προέβλεπε ότι θα εξαιρούνταν η Τρίτη Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος, με το σκεπτικό ότι ήταν το μόνο εν λειτουργία τμήμα του τακτικού Ελληνικού Στρατού το οποίο πολέμησε σε Βόρειο Αφρική και Ιταλία.

Στη διατήρηση ή διάλυση της, όπως και του ΕΛΑΣ, θα επικεντρωθεί η κρίση που θα οδηγήσει στη δεκεμβριανή σύγκρουση. Επίσης, σε αυτές τις δυνάμεις θα προστίθενταν ένα τμήμα του ΕΔΕΣ και μια Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ ώστε να λάμβαναν μέρος αν χρειαζόταν σε επιχειρήσεις των συμμάχων σε Κρήτη και Δωδεκάνησα, περιοχές τις οποίες ακόμα κατείχαν οι Γερμανοί. Αυτό που ήθελε η Βρετανική Κυβέρνηση ήταν «να δημιουργηθεί εθνικός στρατός με δύναμη 40.000 ανδρών, ικανός να αναλάβει καθήκοντα εσωτερικής ασφάλειας, ώστε να γίνει εφικτή η ταχύτερη αποδέσμευση των βρετανικών δυνάμεων από την Ελλάδα προς τις άλλες ζώνες επιχειρήσεων». Η τελική απόφαση για τη συγκρότηση εθνικού στρατού όριζε πως αυτόν θα αποτελούσαν αφενός η Γ΄Ορεινή Ταξιαρχία, ο Ιερός Λόχος και τμήμα του ΕΔΕΣ και από την άλλη μια Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, ίσης δύναμης αλλά και βάρους οπλισμού με τους τρεις προαναφερθέντες σχηματισμούς. Η συμφωνία θα έπρεπε να επικυρωθεί στις 28 Νοεμβρίου του 1944, ωστόσο κάτι τέτοιο δε συνέβη.

Η ηγεσία του ΕΑΜ ζητούσε επίμονα την επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας, ενώ είχε εν τω μεταξύ θέσει ως επιπλέον όρους συμφωνίας τον αφοπλισμό της Τρίτης Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου. Την 1 Δεκεμβρίου ο στρατηγός Σκόμπυ με πρωτοβουλία του, εξέδωσε μια διαταγή αφοπλισμού των αντιστασιακών ομάδων, συνοδεύοντάς την από διάγγελμα στο οποίο ανέφερε ότι αν η εντολή του δεν γινόταν δεκτή, θα προέκυπταν ολέθριες συνέπειες. Αντιλαμβανόμενος το αδιέξοδο, ο Σβώλος συναντήθηκε με τον επικεφαλής της εν Ελλάδι Σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής συνταγματάρχη Ποπώφ, με πρόθεση να τον πείσει προκειμένου να αναλάβει μεσολαβητικό ρόλο προς τους ηγέτες του ΚΚΕ ώστε οι τελευταίοι να εγκαταλείψουν την αδιαλλαξία τους και να αποφευχθεί έτσι η ρήξη, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Ως αντίδραση, καθώς αντιλαμβάνονταν ότι η κατάσταση οδηγείτο στη σύρραξη, οι υπουργοί που ανήκαν στο ΕΑΜ παραιτήθηκαν στις 2 Δεκεμβρίου του 1944 (εκτός του στρατηγού Σαρηγιάννη που το έπραξε λίγες μέρες αργότερα), ενώ το ΕΑΜ ζήτησε και έλαβε άδεια για συγκέντρωση διαμαρτυρίας στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην πλατεία Συντάγματος. Την ίδια μέρα (2 Δεκεμβρίου) η ηγεσία του ΕΑΜ ανακοίνωσε την κήρυξη γενικής απεργίας, τη διαταγή προς την εαμική πολιτοφυλακή να μη παραδώσει οπλισμό στην κρατική Εθνοφυλακή και την ανασύσταση της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ.

Ύστερα από αυτές τις αποφάσεις η κυβέρνηση, παρά την αρχική αποδοχή, τελικά απαγόρεψε το συλλαλητήριο το βραδυ της προηγουμενης μερας. Μέλη του ΕΑΜ της Αθήνας την Κυριακή 3 Δεκέμβρη, αψηφώντας την κυβερνητική απαγόρευση, κατέκλυσαν ειρηνικά την πλατεία Συντάγματος, εξάλλου ούτε επί γερμανοϊταλικής κατοχής δεν σταμάτησε να διαδηλώνει. Η παρουσία μερικών ένοπλων πολιτοφυλάκων του ΕΑΜ διάσπαρτων εντός του πλήθους (ως ομάδα περιφρούρησης) του συλλαλητηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη πως το τελευταίο δεν ήταν άοπλο.

Η διαδήλωση, που είχε μεγάλη συμμετοχή, πνίγηκε στο αίμα όταν αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν προς το πλήθος. Ο απολογισμός της επίθεσης ήταν 33 νεκροί και περισσότεροι από 140 τραυματίες. Αν και ο βρετανος διοικητής Γουντχάους στα απομνημονέυματά του έσπειρε αμφιβολίες για το ποιος άνοιξε πρώτος πυρ, η αστυνομία, οι Βρετανοί ή οι διαδηλωτές, δεκατέσσερα χρόνια αργότερα ο αρχηγός της Αστυνομίας Αθηνών Άγγελος Έβερτ παραδέχτηκε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ακρόπολη πως ο ίδιος έδωσε το σήμα για τους πυροβολισμούς κατά των διαδηλωτών, βάσει διαταγών που είχε λάβει, κάτι που επιβεβαιώνεται και από άλλες μαρτυρίες.

Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, μέλη του ΕΑΜ προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Σύμφωνα με την εκδοχή της 6ης Αχτίδας του ΚΚΕ οι διαδηλωτές δέκτηκαν επίθεση από τους άντρες της φρουράς του Παπανδρέου και είχαν 5 νεκρούς.

Το ίδιο εκείνο βράδυ (3 Δεκεμβρίου 1944) ο Παπανδρέου, προσπαθώντας να βρει διέξοδο στην τεταμένη κατάσταση, κατέθεσε πρόταση περί σχηματισμού μιας οικουμενικής κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον αρχηγό των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη, με παραίτηση του ίδιου του Παπανδρέου και όλων των υπουργών (ΕΑΜικών και μη ΕΑΜικών). Ενώ όλες οι αντιμαχόμενες πλευρές στην Αθήνα (περιλαμβανομένων του ΚΚΕ και του Βρετανού πρέσβη Λήπερ) αποδέχθηκαν την πρόταση του Παπανδρέου, αρνήθηκε να τη συζητήσει καν ο ίδιος ο Τσώρτσιλ ενώ έστειλε τηλεγράφημα στον Λήπερ με σαφείς οδηγίες:

Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου να κάνει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε ότι, εάν το κάνει, θα υποστηριχθεί με όλες τις δυνάμεις μας. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά να αρρωστήσει και να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς. Έχει περάσει ο καιρός που η οποιαδήποτε ομάδα Ελλήνων πολιτικών θα μπορούσε να επηρεάσει αυτή την εξέγερση του όχλου. Η μόνη του ελπίδα είναι να βγει απ’ αυτή την κατάσταση, τασσόμενος ανεπιφύλακτα στο πλευρό μας..

Την επόμενη μέρα, στις 4 Δεκεμβρίου, πραγματοποιήθηκε η γενική απεργία που είχε προκηρύξει το ΕΑΜ από τις 2 Δεκεμβρίου και τελέστηκε η κηδεία των θυμάτων του συλλαλητηρίου της προηγούμενης μέρας. Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στη Μητρόπολη της Αθήνας και στη συνέχεια η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε προς το Σύνταγμα. Στην κορυφή της πομπής ξεχώριζε ένα πανό το οποίο κρατούσαν τρεις νεαρές μαυροφορεμένες γυναίκες και έγραφε: Όταν ο Λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα. ΕΑΜ.

Αποτέλεσμα εικόνας για εαμ 1944

Η πορεία αυτή χτυπήθηκε ξανά με πυροβολισμούς, κυρίως από μέλη της οργάνωσης Χ και πρώην ταγματασφαλίτες που διέμεναν σε ξενοδοχεία της Ομόνοιας με αρκετούς νεκρούς.

Το καλά εξοπλισμένο και εμπειροπόλεμο 2ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ (Καπετάνιος: ανθυπίλαρχος Δημήτρης Δημητρίου (Νικηφόρος), Στρατιωτικός: ταγματάρχης Μιχάλης Παπαζήσης) στα μεσάνυχτα της 3/12/1944 είχε φθάσει στη Φιλοθέη Αττικής, εκεί συναντήθηκε με τα Βρετανικά στρατεύματα. Καθώς δεν υπήρχαν εντολές εμπλοκής με Βρετανικές δυνάμεις και αφού ο Νικηφόρος έλειπε, το σύνταγμα παραδόθηκε κατόπιν διαταγής του Παπαζηση χωρίς να πολεμήσει. Συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν να εκδοθούν διαταγές απαγόρευσης ως εσχάτη προδοσία της παράδοσης σε Βρετανικές δυνάμεις, από την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ.

Την επόμενη ημέρα τα ξημερώματα, στην περιοχή του Θησείου διεξήχθη η πρώτη μάχη ανάμεσα σε δύο τάγματα του ΕΛΑΣ και το σύνολο της Οργάνωσης Χ που έδρευε στην περιοχή. Η μάχη διήρκεσε μερικές ώρες και ο ΕΛΑΣ κατέβαλε την άμυνα των αντιπάλων του, όμως οι Βρετανοί επενέβησαν με άρματα και μετέφεραν τον αρχηγό της Οργάνωσης Χ, Γεώργιο Γρίβα, στο βρετανοκρατούμενο κέντρο της Αθήνας. Την ίδια ημέρα οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν σε κατάληψη πολλών αστυνομικών τμημάτων στον Πειραιά και σε περιοχές περιμετρικά του κέντρου της Αθήνας, όπως στην Κυψέλη, στον Νέο Κόσμο, στους Αμπελόκηπους, στον Κολωνό, στα Πατήσια και αλλού. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιτέθηκαν στις φυλακές Βαριώτη, στην αρχή της λεωφόρου Βουλιαγμένης τις οποίες κατέλαβαν.

Τη νύχτα της 4ης προς 5η Δεκεμβρίου οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιχείρησαν την κατάληψη των φυλακών Συγγρού, όπου κρατούνταν δοσίλογοι. Η επίθεση ανακόπηκε μετά από παρέμβαση των Βρετανών που χρησιμοποίησαν τεθωρακισμένα οχήματα. Παρόμοια εξέλιξη είχε η επίθεση στις φυλακές Χατζηκώστα που έληξε με παρέμβαση των Βρετανών. Τα ξημερώματα της 6ης Δεκεμβρίου δυνάμεις του ΕΛΑΣ εξαπέλυσαν επίθεση στο σύνταγμα χωροφυλακής Μακρυγιάννη. Μετά από τετραήμερη σκληρή μάχη οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αποκρούστηκαν μετά από δραστική επέμβαση βρετανικών τεθωρακισμένων, με αποτέλεσμα να καθηλωθούν γύρω από το στρατόπεδο.

Σύμφωνα με (μεταγενέστερες) αναφορές μαχητών του ΕΛΑΣ, ο ιερός βράχος κατεχόταν από μέλη του ΕΛΑΣ και κατόπιν συμφωνίας με Βρετανικές δυνάμεις με τη διαμεσολάβηση του Ερυθρού Σταυρού αποχώρησαν, ώστε το μνημείο να μείνει ανοχύρωτο. Με την αντίθετη λογική προγενέστερα ο ταγματάρχης (Π.Β) του ΕΛΑΣ Γιάννης Κιλισμάνης είχε ζητήσει να στηθεί ουλαμός πυροβολικού στον ιερό βράχο, κάτι που η Κομματική Οργάνωση Αθηνών απάντησε ότι θα είναι ιεροσυλία. Γεγονός ήταν ότι οι μαχητές του ΕΛΑΣ είχαν αποχωρήσει από την Ακρόπολη και στις 6 Δεκεμβρίου δυνάμεις της 2ας Βρετανικής ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών κατέλαβαν τον ιερό βράχο , όπου εγκατέστησαν πολυβόλα και όλμους βάλλοντας εναντίον θέσεων του ΕΛΑΣ σε όλη την περίμετρο του βράχου (Μακρυγιάννη, Θησείο, Φιλοπάππου, Ψυρρή). Μάλιστα η χρήση αυτού του στρατηγικού σημείου αποδείχθηκε κομβικής σημασίας στη μάχη του Μακρυγιάννη. Απο την άλλη πλευρά όμως και ο ΕΛΑΣ αδυνατούσε να ανταπαντήσει για να μη πληγεί το μνημείο. Ανταπόδωσε μερικά πυρά (4 όλμους) στις 17/12/1944. Ενώ δύο προσπάθειες του για ανακατάληψη της Ακρόπολης στις 6 και 7 Δεκεμβρίου υπήρξαν άκαρπες[εκκρεμεί παραπομπή]. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να προκύψουν στην Ακρόπολη σημαντικές ζημιές. Σε όλη την διάρκεια των Δεκεμβριανών, η Κ.Ε του ΕΛΑΣ θα καταγγέλλει την ανανδρία της Μεγάλης Βρετανίας.

Παρόμοια εξέλιξη είχε και η επίθεση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στους στρατώνες του Γουδή όπου έδρευε η 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία. Στις 9 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ πραγματοποίησε επίθεση στη σχολή Ευελπίδων, στον χώρο της οποίας βρίσκονταν 23 αξιωματικοί και 183 ευέλπιδες. Η πολιορκία λύθηκε με παρέμβαση των Βρετανών που μετέφεραν το προσωπικό της σχολής στα ανάκτορα.

Στις 5 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ κατέλαβε την Γενική Ασφάλεια Αθηνών στην οδό Πατησίων και Τοσίτσα και συνέλαβε μερικούς αιχμάλωτους, ενώ οι περισσότεροι αστυνομικοί που υπεράσπιζαν το κτήριο φυγαδεύτηκαν από αγγλικά άρματα. Επίσης το 4ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ κατέλαβε την έδρα της Ανώτατης Διοίκησης Χωροφυλακής Ελλάδας στην οδό Πατησίων στο Πεδίο του Άρεως και αιχμαλώτισε 80 περίπου αξιωματικούς της χωροφυλακής. Στις 6 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ μετά από διήμερη πολιορκία κατέλαβε και πυρπόλησε, το επι της οδού 3ης Σεπτεμβρίου και Δεριγνύ κτίριο, στο οποίο που επι κατοχής στεγαζόταν η Ειδική Ασφάλεια Αθηνών , της οποίας ήταν άντρο βασανισμού και εκτελέσεων αντιστασιακών.

Στις 9 Δεκεμβρίου ο Τσώρτσιλ διέταξε αποστολή νέων ενισχύσεων στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο στρατάρχης Αλεξάντερ έχοντας δει στην Αθήνα την κατάσταση αποφάσισε την αντικατάσταση του στρατηγού Σκόμπυ ο οποίος θεωρούνταν οτι δεν είχε πολεμική εμπειρία καθώς είχε υπηρετήσει σε διοικητικές θέσεις. Ο Αλεξάντερ διέταξε την άμεση αναχώρηση από την Ιταλία του υποστράτηγου Τζων Χωκσγουερθ (John Hawkesworth) και του ταξιάρχου Χιου Μάνεριγκ (Hugh Mainwaring), οι οποίοι πλαισιώθηκαν από το εμπειροπόλεμο επιτελείο του 10ου Σώματος Στρατού και συστάθηκε η Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών (Military Command Athens), η οποία διεξήγαγε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ως το τέλος της μάχης, άλλα έμεινε στην αφάνεια για να μη πληγεί το κύρος του στρατηγού Σκόμπυ, ενώ στο τέλος των συγκρούσεων ο υποστράτηγος Ρόμπερτ Άρκραϊτ, εμφανίστηκε με στολή ταξιάρχου.

Την επόμενη μέρα οι Βρετανοί ξεκίνησαν επιχείρηση για την ανακατάληψη του Πειραιά. Στην επιχείρηση για την κατάληψη του λόφου της Καστέλλας χρησιμοποιήθηκε η 5η Ινδική Ταξιαρχία. Οι Ινδοί στρατιώτες γνωστοί ως Γκούρκας (Gurkha), έπειτα από σκληρή μάχη, στην οποία είχαν σημαντικές απώλειες, κατέλαβαν την Καστέλλα στις 14 Δεκεμβρίου.

Στις 16 Δεκεμβρίου αποβιβάστηκαν στο Φάληρο νέες Βρετανικές ενισχύσεις και ξεκίνησαν επιχειρήσεις για την ανακατάληψη των περιοχών της Αθήνας που βρίσκονταν στον έλεγχο του ΕΛΑΣ αρχής γενομένης απο την εξασφάλιση του ελέγχου της Λεωφόρου Συγγρού που τους επέτρεπε την μεταφορά στρατιωτών από το Φάληρο στο κέντρο της Αθήνας.

Τη νύχτα της 17ης προς 18η Δεκεμβρίου οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ πραγματοποίησαν μία επιτυχημένη επιχείρηση καταλαμβάνοντας τα ξενοδοχεία της Κηφισιάς Σεσίλ, Απέργη και Πεντελικόν, στα οποία διέμενε το προσωπικό της RAF. Συνολικά 50 αξιωματικοί και 500 σμηνίτες της RAF αιχμαλωτίστηκαν.Όλες αυτές τις μέρες των μαχών η βρετανική αεροπορία προσέβαλε με ρουκέτες και πολυβόλα , θέσεις του ΕΛΑΣ στην πρωτεύουσα και στα περίχωρα προκαλώντας πολλούς θανάτους αμάχων.

Τη νύχτα της 23ης προς 24η Δεκεμβρίου δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν στην υλοποίηση σχεδίου που στόχευε στην ανατίναξη του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία όπου διέμεναν η ελληνική κυβέρνηση και το βρετανικό επιτελείο. Για τον σκοπό αυτό παγιδεύτηκε με εκρηκτικά υπόνομος που κατέληγε δίπλα στα θεμέλια του κτιρίου. Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο Σπύρος Καλοδίκης, οργανωτικός γραμματέας της ΚΟΑ. Η έκρηξη αναβλήθηκε προσωρινά λόγω της άφιξης του Τσώρτσιλ στην Ελλάδα και στο διάστημα αυτό Άγγλοι εντόπισαν και απενεργοποίησαν τα εκρηκτικά. Ενώ έχει αναφερθεί ότι ήταν μόνο μέτρο πίεσης και δεν υπήρχε εξ’αρχής πρόθεση για την ανατίναξη καθώς διέμεναν μεταξύ άλλων υψηλόβαθμα μέλη της Σοβιετικής αποστολής.

Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Ουίνστον Τσώρτσιλ έφτασε στην Ελλάδα το μεσημέρι της 25ης Δεκεμβρίου, συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Άντονι Ίντεν. Την πρώτη ημέρα διέμεινε στο Φάληρο στο καταδρομικό Ajax και την επόμενη πήγε στο υπουργείο Εξωτερικών, όπου συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβέρνησης-Σκόμπυ και αντιπροσωπείας του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν και οι μάχες συνεχίστηκαν ως τις 5 με 6 Ιανουαρίου του 1945. Λίγες ημέρες αργότερα τοποθετήθηκε στη θέση του αντιβασιλέα ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός και πρωθυπουργός ο Νικόλαος Πλαστήρας. Αιτία της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων υποστηρίχθηκε ότι ήταν η άγνοια των ηγετών του ΚΚΕ για τη συμφωνία των «ζωνών επιρροής» στη μεταπολεμική Ευρώπη, η οποία είχε συμφωνηθεί τον Οκτώβριο του 1944 στη Μόσχα, μεταξύ Τσώρτσιλ και Στάλιν, σύμφωνα με την οποία η ΕΣΣΔ είχε δεχθεί να παραχωρηθεί το 90% του ελέγχου της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Η αδιαλλαξία, επομένως, του ΕΛΑΣ μπορεί να ερμηνευθεί με βάση την εσφαλμένη τους εντύπωση ότι η επίσκεψη του Τσώρτσιλ στην Αθήνα αποτελούσε ένδειξη αδυναμίας και με βάση αυτή τους τη βεβαιότητα απέρριψαν κάθε πρόταση που δεν εξυπηρετούσε απόλυτα τις επιθυμίες τους.

Στο μέτωπο των μαχών οι βρετανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν από τις 27 Δεκεμβρίου, γενική επίθεση κατά του ΕΛΑΣ. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Αθήνα στις 5 Ιανουαρίου και τον Πειραιά στις 7 Ιανουαρίου, όταν ο όγκος των βρετανικών μηχανοκινήτων αλλά και η εξάντληση των εφοδίων και των πυρομαχικών υποχρέωσαν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ να εγκαταλείψουν την πόλη και να υποχωρήσουν προς τα βόρεια. Πέντε μέρες αργότερα, στις 11 Ιανουαρίου, δόθηκε τέρμα στις μάχες, μετά από συμφωνία του Ε.Α.Μ. με τον στρατηγό Σκόμπυ. Τα Δεκεμβριανά τερματίστηκαν οριστικά με την υπογραφή της συνθήκης της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945.

Τελικά, στις 6 Ιανουαρίου του 1945 οι δυνάμεις του ΕΑΜικού μετώπου αναγκάστηκαν να εκκενώσουν τον Πειραιά και την Αθήνα. Πέντε μέρες αργότερα, στις 11 Ιανουαρίου, οι μάχες τερματίστηκαν, αφού οι Θεόδωρος Μακρίδης, Αθηναγόρας Αθηνέλλης, Γιάννης Ζέβγος, Δημήτρης Παρτσαλίδης ως εκπρόσωποι της Κ.Ε του ΕΛΑΣ υπέγραψαν στρατιωτική εκεχειρία με τον Σκόμπυ, που τέθηκε σε ισχύ στις 14-1-1945.

Συνέπειες της σύγκρουσης του 1944

Ο αστικός πολιτικός κόσμος της εποχής κατηγόρησε την ηγεσία του ΕΑΜ και το ΚΚΕ για υπαναχώρηση όσον αφορά τον αφοπλισμό των ανταρτικών ομάδων και για προσχηματική αρχική συμφωνία, την οποία αρκετοί τότε απέδωσαν στο ότι αναμένονταν στην Ελλάδα πολύ περισσότερες συμμαχικές (Βρετανικές) δυνάμεις από αυτές που τελικά ήρθαν. Επίσης, το ΕΑΜ κατηγόρησε τους αντιπάλους του για επέμβαση ξένων δυνάμεων στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Μεγάλο μέρος της Αθήνας είχε μετατραπεί σε ερείπια και πολλοί άμαχοι έχασαν τη ζωή τους από τις μάχες που διεξάγονταν στους δρόμους της Αθήνας άλλα και από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς των Άγγλων.

Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών μέλη της οργάνωσης ΟΠΛΑ, δολοφόνησαν έναν αριθμό αντιφρονούντων, υποστηρικτών του αστικού καθεστώτος, αλλά και αμφισβητιών της επίσημης κομματικής γραμμής του ΚΚΕ, μεταξύ των οποίων και γύρω στους 50 τροτσκιστές/αρχειομαρξιστές οι οποίοι χαρακτήριζαν τα Δεκεμβριανά ως «σταλινικό πραξικόπημα». Στην περιοχή των διυλιστηρίων της ΟΥΛΕΝ έλαβαν χώρα εκτελέσεις. Ανάμεσα στα θύματα της ΟΠΛΑ ήταν η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη και ο πρύτανις του ΕΜΠ Ιωάννης Θεοφανόπουλος. Άλλα γνωστά θύματα κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων ή αργότερα, κατά την πορεία των αιχμαλώτων, ήταν και οι Σπύρος Τρικούπης, Στέλιος Κορυζής (αδερφός του πρώην πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή) κ.ά.

Τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα θεωρούνται από μια πλευρά των ιστορικών ως η δεύτερη φάση του Ελληνικού Εμφυλίου (ο «δεύτερος γύρος» κατά τη μεταπολεμική οπτική) και οδήγησαν στην τρίτη φάση («τρίτο γύρο»), που τερματίστηκε το 1949 με την (στρατιωτική) ήττα του ΚΚΕ. Η σύγκρουση των Δεκεμβριανών, καθώς και οι περιπτώσεις ακραίας βίας, όχι μόνο κατά δοσίλογων, αλλά κατά υποστηρικτών της κυβέρνησης και του αστικού καθεστώτος, αύξησε το αντικομμουνιστικό μένος της αντίπαλης πλευράς και έκανε πολύ δύσκολη την προοπτική της άμβλυνσης των παθών.

Μια άλλη πλευρά των ιστορικών μιλάει ξεκάθαρα για μια ιμπεριαλιστική επέμβαση στα πεπραγμένα μιας συμμάχου χώρας, καθώς εν καιρώ πολέμου, η Βρετανία έστειλε σχεδόν 100.000 στρατό στην Ελλάδα για να υπερασπίσει τα γεωστρατηγικά συμφέροντα της. Σημειωτέον πως ο αριθμός των στρατιωτών αυτών ήταν σαφώς μεγαλύτερος από εκείνους που εστάλησαν προς βοήθεια της Ελλάδας όταν δέχθηκε την Ιταλική επίθεση και σχεδόν όμοιος με τον αριθμό των ιταλών εισβολέων της περιόδου 1940-41.

Τα δεκεμβριανά του 2008

Η δολοφονία του νεαρού μαθητή (15 χρονών) Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το βράδυ του Σαββάτου της 6ης Δεκεμβρίου 2008 στο κέντρο της Αθήνας προκάλεσε αντιδράσεις από πολίτες σε όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις, όπως την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τον Πειραιά, τα Ιωάννινα, την Πάτρα, το Ηράκλειο, τα Χανιά, την Κομοτηνή, τον Βόλο, τη Ρόδο, τη Μυτιλήνη, την Κέρκυρα και το Αγρίνιο. Πορείες διαμαρτυρίας, που διοργανώθηκαν το ίδιο βράδυ του περιστατικού και την επομένη, οδήγησαν σε μεγάλες υλικές καταστροφές γραφείων, καταστημάτων, δημοσίων και ιδιωτικών κτηρίων. Οι μεγαλύτερες καταστροφές σημειώθηκαν στην Αθήνα.

GreekRiotMontage.jpg

Το περιστατικό της δολοφονίας

Το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008, περί την 9 μμ, στη συμβολή των οδών Τζαβέλλα και Μεσολογγίου, ο νεαρός Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος έπεσε νεκρός μετά από πυροβολισμό του ειδικού φρουρού της Ελληνικής Αστυνομίας Επαμεινώνδα Κορκονέα, ο οποίος συνοδευόταν από τον συνάδελφο του, Βασίλη Σαραλιώτη. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος, καθώς σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση η σφαίρα διαπέρασε την καρδιά και καρφώθηκε στον 10ο θωρακικό σπόνδυλο.

Στο σκεπτικό της ετυμηγορίας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Άμφισσας, το οποίο κήρυξε ένοχο ανθρωποκτονίας από πρόθεση, με άμεσο δόλο, τον δράστη του εγκλήματος Επαμεινώνδα Κορκονέα, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, αναφέρεται ότι ο αστυνομικός σκόπευσε ευθεία και πυροβόλησε όχι μία, αλλά δύο επαναληπτικές βολές. Στο ίδιο κείμενο αναφέρεται ότι ο ειδικός φρουρός προέβη σε αυτή την πράξη χωρίς να έχει προκληθεί με οποιονδήποτε τρόπο.

Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, όπως μεταδόθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης, η αντιπαράθεση περιορίστηκε σε φραστική διένεξη των δύο αστυνομικών με μία ομάδα 4-5 ατόμων και είχε ως αποτέλεσμα να πυροβολήσει ο ειδικός φρουρός σε ευθεία βολή το πλήθος και να πετύχει τον νεαρό μαθητή στο θώρακα. Τον Δεκέμβριο του 2015, σε επιστολή του, ο Νίκος Ρωμανός, φίλος του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και αυτόπτης μάρτυρας, παραδέχεται ότι επιτέθηκαν στους αστυνομικούς αρχικά με πέτρες και στη συνέχεια με μπουκάλια μπύρας.

Ωστόσο στην αρχική μαρτυρία του ειδικού φρουρού, το περιστατικό συνέβη έπειτα από επίθεση, την οποία δέχθηκαν ο ίδιος και ο συνάδελφός του από παρέα 30 κουκουλοφόρων, οι οποίοι ανήκαν κατά πάσα πιθανότητα στον αντιεξουσιαστικό χώρο και είχε ως αποτέλεσμα να πυροβολήσει τρεις φορές, δύο στον αέρα και μια στο έδαφος. Η τελευταία των βολών σύμφωνα με τον ειδικό φρουρό αποστρακίστηκε στο έδαφος και χτύπησε τον νεαρό στο στήθος.

Η πληροφορία της δολοφονίας του μαθητή διαδόθηκε άμεσα σε ολόκληρη την Ελλάδα από το Διαδίκτυο και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα άτομα από διάφορους πολιτικούς χώρους να εκδηλώσουν την οργή τους στα μεγάλα αστικά κέντρα ταυτόχρονα, προκαλώντας φθορές και εμπρησμούς. Οι εκδηλώσεις βίας μετατοπίστηκαν από το Πολυτεχνείο στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου διακομίσθηκε ο άτυχος νεαρός και όπου απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

Αφού πληροφορήθηκε το περιστατικό, ο υφυπουργός Εσωτερικών Παναγιώτης Χηνοφώτης κίνησε άμεσα η διαδικασία προκειμένου να τεθούν σε διαθεσιμότητα οι δυο ειδικοί φρουροί, όπως επίσης και ο διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Εξαρχείων.Λίγο αργότερα οι εμπλεκόμενοι φρουροί προσήχθησαν στο αστυνομικό τμήμα για ανάκριση, ενώ ορίστηκαν άμεσα τρεις εισαγγελείς προκειμένου να διερευνήσουν τα αίτια του περιστατικού.

Ο εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση και για παράνομη οπλοχρησία στον ειδικό φρουρό που πυροβόλησε, και στο συνάδελφό του άσκησε δίωξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία. Οι δύο ειδικοί φρουροί παραπέμφθηκαν σε τακτικό ανακριτή από τον οποίο έλαβαν προθεσμία για να απολογηθούν την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου.

Ο υπουργός Εσωτερικών Προκόπης Παυλόπουλος, ο οποίος βρισκόταν σε κομματική εκδήλωση στις Σέρρες, μόλις ενημερώθηκε για το περιστατικό μετέβη άμεσα στην Αθήνα και έπειτα από δηλώσεις, υπέβαλε ο ίδιος μαζί με τον υφυπουργό την παραίτησή του για το περιστατικό για λόγους ευθιξίας. Παρά ταύτα, οι παραιτήσεις δεν έγιναν αποδεκτές από τον πρωθυπουργό, Κώστα Καραμανλή.

Ομόθυμη ήταν η καταδίκη του περιστατικού από την πολιτεία, ενώ συλλυπητήριες επιστολές απέστειλε στην οικογένεια του θύματος ο πρωθυπουργός, ο πρόεδρος της Βουλής και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, ο οποίος μάλιστα χαρακτήρισε το συμβάν «τραύμα στο κράτος δικαίου» της Ελλάδος.

Την επομένη ημέρα από το περιστατικό, διοργανώθηκαν πορείες πολιτών, οι οποίοι επιθυμούσαν να εκδηλώσουν τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στη γενικότερη στάση του κρατικού μηχανισμού και στον τρόπο λειτουργίας της Ελληνικής Αστυνομίας, έπειτα από συσσώρευση παρόμοιων περιστατικών και καταγγελιών αστυνομικής βίας. Οι πορείες έλαβαν χώρα, παράλληλα με τις επιθέσεις διαφόρων επιθετικών ομάδων, οι οποίες συνέχισαν τις εκδηλώσεις βίας με αυξανόμενη ένταση. Στο κέντρο της Αθήνας σημειώθηκαν καταστροφές σε πολυκαταστήματα, αυτοκίνητα και τράπεζες.

Λόγω της δολοφονίας του νεαρού πραγματοποιήθηκαν καταλήψεις σε πολλά γυμνάσια και λύκεια της Θεσσαλονίκης, του Βόλου και της Αθήνας, ενώ κλειστό παρέμεινε και το σχολείο στη Σταμάτα όπου φοιτούσε ο μαθητής. Ο υπουργός Παιδείας, Ευριπίδης Στυλιανίδης, κήρυξε την επομένη των ταραχών ημέρα πένθους, ενώ κλειστές παρέμειναν και πανεπιστημιακές σχολές. Πορείες μαθητών πραγματοποιήθηκαν σε όλες τις μικρές και μεγάλες πόλεις της χώρας, εκδηλώνοντας οι μαθητές την αντίδρασή τους στο περιστατικό σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Τρίπολη, Κέρκυρα, Τρίκαλα και Ηράκλειο. Η ΟΛΜΕ, η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών και οι δάσκαλοι κήρυξαν 24ωρη απεργία, ενώ τριήμερη απεργία κήρυξε και η Ομοσπονδία των Πανεπιστημιακών.

Μαθητές προέβησαν σε συμβολικές εκδηλώσεις, προσφέροντας λουλούδια σε αστυνομικούς και ξαπλώνοντας γυμνοί στα σκαλοπάτια της ΓΑΔΑ ωσάν να ήταν πτώματα. Επιθέσεις με πέτρες, ξύλα, φρούτα και βόμβες μολότοφ δέχθηκαν σχεδόν όλα τα τοπικά αστυνομικά τμήματα της χώρας. Ταυτόχρονα τμήματα στα περισσότερα πανεπιστήμια και ΤΕΙ της χώρας άρχισαν να κλείνουν από τους φοιτητές τους με αποφάσεις κατάληψης, οι οποίες στρέφονταν τόσο κατά της κρατικής καταστολής όσο και κατά της εκπαιδευτικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Εκτός Ελλάδας, επεισόδια έγιναν και στη Λευκωσία, όπως επίσης και την Πάφο στις 8 Δεκεμβρίου. Συμβολικές καταλήψεις πραγματοποιήθηκαν από νεαρούς επίσης στην ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και διαμαρτυρίες στα προξενεία του Βερολίνου, της Φλωρεντίας της Μπολόνια και του Τορίνο, καθώς και στο Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών στη Βενετία, ενώ μικρές φθορές προκλήθηκαν στα προξενεία της Νέας Υόρκης και της Κωνσταντινούπολης.

Λόγω των επεισοδίων στην Ελλάδα, η Βρετανία και η Αυστραλία είχαν προειδοποιήσει τους πολίτες τους να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε περίπτωση που επιθυμούσαν να επισκεφτούν την Αθήνα. Μετά το μεσημέρι της Δευτέρας, 8ης Δεκεμβρίου, ο πρωθυπουργός σε δηλώσεις του ανακοίνωσε κρατική οικονομική βοήθεια σε όσους καταστηματάρχες είχαν πέσει θύματα των ταραχών.

Το ίδιο βράδυ διοργανώθηκε συγκέντρωση και πορεία διαμαρτυρίας από κόμματα της αντιπολίτευσης, αριστερές οργανώσεις και φοιτητικούς συλλόγους, στα Προπύλαια και την Ομόνοια. Η αστυνομία διατηρούσε ισχυρές δυνάμεις γύρω από τη Βουλή των Ελλήνων και το Μέγαρο Μαξίμου. Η πορεία δεν πέρασε μπροστά από τη Βουλή, και μέσω του κάτω μέρους της πλατείας Συντάγματος ακολούθησε τη Φιλελλήνων και ολοκληρώθηκε μπροστά στον Εθνικό Κήπο. παράλληλα με αυτή κινήθηκαν ομάδες που προξένησαν καταστροφές σε καταστήματα, τράπεζες, ξενοδοχεία, καθώς και στο υπουργείο Οικονομικών και το υπουργείο Εξωτερικών. Αργότερα οι καταστροφές επεκτάθηκαν κατά μήκος της λεωφόρου Συγγρού. Συγκρούσεις εκδηλώθηκαν επίσης στην Πανεπιστημιούπολη στην περιοχή του Ζωγράφου, γύρω από τα Εξάρχεια καθώς και στον Πειραιά.

Τις ίδιες ώρες διοργανώθηκαν παρόμοιες εκδηλώσεις και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, όπως στη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Κρήτη και άλλες περιοχές της ελληνικής περιφέρειας, που σε αρκετές περιπτώσεις συνοδεύτηκαν από επεισόδια. Το βράδυ πυρπολήθηκε το Αστυνομικό Τμήμα Συκεών, ενώ τραυματίστηκε βαριά αστυνομικός φρουρός.

Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου των Αθηνών, Χρήστος Κίττας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πυρπόληση κτηρίων του πανεπιστημίου Αθηνών υπέβαλλε την παραιτησή του. Από τη φωτιά απειλήθηκε το κτήριο «Κωστής Παλαμάς», που βρίσκεται στην συμβολή των οδών Ακαδημίας και Σίνα και που φιλοξενούσε το εντευκτήριο των καθηγητών καθώς και σπάνιο αρχειακό υλικό, και το κτήριο της Βιβλιοθήκης Ευρωπαϊκού Δικαίου της Νομικής Σχολής που βρισκόταν απέναντι και το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς. Αντίθετα η φωτιά στο «Κωστής Παλαμάς» αντιμετωπίστηκε εγκαίρως χωρίς να προκληθούν σημαντικές ζημιές. Μετά από παρέμβαση του προέδρου της Δημοκρατίας ο πρύτανης ανακάλεσε την παραίτησή του.

Παράλληλα συγκροτήθηκε έκτακτη Κυβερνητική Επιτροπή, ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διέψευσε τις φήμες για εφαρμογή του άρθρου 48 του Συντάγματος για κήρυξη της χώρας σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Λίγα λεπτά αργότερα, σε δηλώσεις του ο υπουργός Εσωτερικών δήλωσε πως οι πράξεις «τυφλής βίας» εξέφραζαν μια γενικότερη κατάσταση, που δεν οφειλόταν απαραιτήτως στο περιστατικό που τα πυροδότησε, και αναρωτήθηκε ποιους σκοπούς εξυπηρετούν, παρατηρώντας «απουσία ιδεολογίας».

Στη Θεσσαλονίκη πυρπολήθηκαν καταστήματα και τράπεζες, και υπήρξαν καταστροφές σε δεκάδες καταστήματα με κλοπή των εμπορευμάτων. Μικρότερες ζημιές σημειώθηκαν επίσης στην Κόρινθο και τη Ρόδο. Στην πλατεία Ομονοίας και το κέντρο της Αθήνας διάφοροι παρευρισκόμενοι, ανάμεσα στους οποίους και πολλοί αλλοδαποί, προέβησαν σε πλιάτσικο των κατεστραμμένων καταστημάτων με αποτέλεσμα να υπάρξουν 108 συλλήψεις  από την αστυνομία.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέμεινε στο φρουρούμενο προεδρικό μέγαρο για λόγους ασφαλείας μετά τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της ιδιωτικής του κατοικίας στην Αθήνα. Δηλώσεις έκανε και ο δήμαρχος της Αθήνας Νικήτας Κακλαμάνης για το πλήγμα που δέχθηκε η χώρα στον πυρήνα του οικονομικού της βίου σε μια δύσκολη στιγμή, ενώ υποσχέθηκε την έμπρακτη συμπαράστασή του.

Την επόμενη ημέρα πραγματοποιήθηκε η προγραμματισμένη από το προηγούμενο βράδυ συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο πρωθυπουργός δήλωσε την αντίθεσή του στην εκμετάλλευση του τραγικού συμβάντος για τη διάπραξη ενεργειών βίας και προέτρεψε την απομόνωσή τους, αναμένοντας ομόθυμη πολιτική καταδίκη των συμβάντων από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, με της οποίας τους αρχηγούς συναντήθηκε αργότερα. Την ίδια περίπου ώρα διοργανώθηκε πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο από φοιτητικούς συλλόγους, μαθητές, την ΟΛΜΕ και τη ΔΟΕ. Την πορεία ακολούθησε πετροπόλεμος με τα ΜΑΤ μπροστά στο κτήριο της Βουλής και επίθεση των δυνάμεων καταστολής στον γενικό όγκο της πορείας.

Η Τρίτη 9 Δεκεμβρίου ήταν ημέρα της κηδείας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, η οποία πραγματοποιήθηκε στο κοιμητήριο Παλαιού Φαλήρου, όπου παρευρέθηκαν χιλιάδες κόσμου. Μετά την κηδεία σημειώθηκαν επεισόδια πετροπόλεμου στη γενικότερη περιοχή, κατά τα οποία τα ΜΑΤ έκαναν χρήση δακρυγόνων. Αστυνομικοί της Ομάδας Ζ πυροβόλησαν πολλές φορές στον αέρα.

Οι συγκρούσεις και τα επεισόδια συνεχίστηκαν το ίδιο βράδυ σε πολλές πόλεις, εκτός της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, στην Πάτρα, τη Λάρισα, την Κοζάνη, τη Μυτιλήνη καθώς και την Κρήτη. Το αστυνομικό τμήμα Ζεφυρίου, στην δυτική Αθήνα, δέχθηκε επίθεση από Ρομά. Στην Πάτρα πραγματοποιήθηκε πορεία με παραπάνω από 7000 άτομα, με την συμμετοχή φοιτητικών συλλόγων, της ΔΟΕ και της ΕΛΜΕ στο κέντρο της πόλης. Έσπασαν τις τζαμαρίες όλων των τραπεζών της διαδρομής -εκ των οποίων η μία πυρπολήθηκε-, τα ΑΤΜ, ενός ΚΕΠ και καταστήματος WIND (απ’ όπου είχαν προηγηθεί απολύσεις) και η πορεία κατέληξε σε πολύωρη περικύκλωση του αστυνομικού μεγάρου. Αυτόπτες μάρτυρες έκαναν λόγο για παρείσφρηση ακροδεξιών στοιχείων στις τάξεις των αστυνομικών δυνάμεων τα οποία πυροδότησαν συγκρούσεις, υποδαύλισαν πολίτες και κατεδίωξαν τους διαδηλωτές. Πραγματοποιήθηκαν 26 προσαγωγές και 9 συλλήψεις. Ο δήμαρχος Πατρών μίλησε κι αυτός για ισχυρή παρουσία ακροδεξιών στοιχείων στην πόλη αλλά οι δηλώσεις του πυροδότησαν αντιδράσεις από την πλευρά των πολιτών οι οποίοι συμμετείχαν στα συμβάντα. Ανάλογα περιστατικά με πολίτες να λειτουργούν ως ομάδες περιφρούρησης σημειώθηκαν και στη Λάρισα.

Η βρετανική εφημερίδα Guardian αναπαράγοντας τα σχόλια της Καθημερινής χαρακτήρισε τις ταραχές ως «τις χειρότερες στην Ελλάδα από το 1974, οπότε και αποκαταστάθηκε η δημοκρατία». Τα περισσότερα διεθνή μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν εκτενή ρεπορτάζ στο γεγονός που πυροδότησε τα περιστατικά της βίας. Το δε BBC χαρακτηρίζει τα γεγονότα ως εξέγερση.

Μέσα στο γενικότερο χάος και δημοσιογράφοι έπεσαν θύματα βίας από κουκουλοφόρους διαδηλωτές αλλά και από αστυνομικούς. Αντιδράσεις προκάλεσαν φωτογραφίες και βίντεο που δημοσιεύθηκαν με αστυνομικούς να προτάσσουν τα όπλα τους και ακόμη και να τα χρησιμοποιούν ρίχνοντας βολές στον αέρα, ενέργειες που είχαν ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό δικογραφίας έναντι τουλάχιστον δύο αστυνομικών.

Ερωτηματικά διατυπώθηκαν για την ταυτότητα των κουκουλοφόρων που παρεισφρέουν στις διαδηλώσεις και προκαλούν φθορές, μετά από φωτογραφικό ντοκουμέντο που διακινήθηκε στο Διαδίκτυο. Σε ρεπορτάζ της εφημερίδας Τα Νέα στις 11/10/2008, δημοσιοποιήθηκαν φωτογραφίες που απεικονίζουν κουκουλοφόρους και άντρες με πολιτικά που κρατούν σιδηρολοστούς και άλλα επικίνδυνα αντικείμενα εντός του αστυνομικού κλοιού στο κέντρο της Αθήνας. Το ρεπορτάζ βασίσθηκε και στη μαρτυρία του Θεοδώρου Μαργαρίτη, μέλους της πολιτικής γραμματείας του Συνασπισμού, σύμφωνα με την οποία κατά τη συγκέντρωση της ΓΣΕΕ παρατήρησε ομάδα 5 ανθρώπων με κουκούλες και πέτρες στα χέρια, από τους οποίους ζήτησαν ταυτότητα και ετράπησαν σε φυγή.

Το αρχηγείο της αστυνομίας διέψευσε την παρουσία κουκουλοφόρων αστυνομικών στις διαδηλώσεις, καθώς κάτι τέτοιο το απαγορεύει ο κανονισμός. Αναγνώρισε την παρουσία ανδρών με πολιτικά με στόχο τις συλλήψεις και διατάχθηκε έρευνα για τους κουκουλοφόρους. Τα ντοκουμέντα ήρθαν να προστεθούν στις δηλώσεις του δημάρχου Πατρών για παρείσφρηση ακροδεξιών στοιχείων. Αποδοκιμασίες πολιτών έλαβαν δυνάμεις των ΜΑΤ στην Πλατεία Κοραή στην Αθήνα, όταν στην προσπάθειά τους να εμποδίσουν τους αστυνομικούς να επιτεθούν και να συλλάβουν νεαρούς μαθητές δέχθηκαν χημικά, ενώ συνελήφθη και δημοσιογράφος του ραδιοσταθμού «Στο Κόκκινο».

Την Παρασκευή 9 Ιανουαρίου κατά τη διάρκεια νέου συλλαλητηρίου που σήμανε έναν νέο κύκλο κινητοποιήσεων με κορύφωση την 18η Ιανουαρίου, την ημέρα μνημοσύνου του θανάτου του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, σημειώθηκαν συλλήψεις και καταγγελίες για αδικαιολόγητη χρήση βίας από την αστυνομία. Αγωγές και μηνύσεις κατά του ελληνικού δημοσίου πρόκειται να καταθέσουν 18 συλληφθέντες δικηγόροι, ενώ σε διάβημα διαμαρτυρίας προς τον αναπληρωτή υπουργό Δημόσιας Τάξης προέβη η Ένωση Συντακτών, καταγγέλλοντας την «άγρια επίθεση και ξυλοδαρμούς δημοσιογράφων και άλλων εργαζομένων στα Μέσα Ενημέρωσης»

Ο Δεκέμβρης της Ιστορίας-απολογισμός και αποτελέσματα

Ο Δεκέμβρης του 1944 είχε ως αποτέλεσμα τον εμφύλιο πόλεμο, προφανώς σε έναν εμφύλιο φταίνε και τα δύο στρατόπεδα, δεν υπάρχει μόνο ευθύνη προς μια μεριά, αλλά σίγουρα μπορούσε να αποφευχθεί, γιατί τα γεγονότα εκείνα επηρρέασαν την κοινωνία μας για πολλές δεκαετίες. Ο Δεκέμβρης του 2008 αν και καταγράφεται ως εξέγερση προφανώς δεν έχει καμία σχέση με τον Δεκέμβρη του 1944 αλλά η γενιά μας που κατηγορούνταν και κατηγορείται είχε βγει στην αντίδραση ενάντια στην κρατική βία και την βιαιότητα του ιμπεριαλισμού. Ζήσαμε και τα γεγονότα του κινήματος Αρσένη και του κινήματος Γιαννάκου και του Ελληνικου κοινωνικού Φόρουμ το 2006. Ζήσαμε και από κοντά τα Δεκεμβριανά του 2008, αυτό που μένει μέσα μας από όλα αυτά τα γεγονότα είναι ότι η αντίσταση είναι σημαντικός φορέας αλλάγών σε οποιαδήποτε εποχή και αντίσταση βέβαια δεν είναι μόνο το κίνημα, αλλά αυτό είναι που βοηθά.

Ικαριώτικη Πένα

Advertisements

Τα Ικαριώτικα νέα δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s