Ελλάδα περιβάλλον:Υπό την Αιγίδα ποίου; Κατσίκα

Αντιγράφω από το βιβλίο του Γερ. Μαρκαντωνάτου «Αρχαίες, Βυζαντινές και Λόγιες Φράσεις στην Νέα Ελληνική»: υπό την αιγίδα (+ γεν.)· υπό την προστασία· υπό την κάλυψη· υπό την ευθύνη. Π.χ. «η έκδοση του λεξικού εκείνου είχε πραγματοποιηθεί υπό την αιγίδα της Ακαδημίας Αθηνών».

Λόγια φράση το «υπό την αιγίδα …» η οποία χρησιμοποιείται πολύ συχνά τόσο στον προφορικό όσο και τον γραπτό λόγο και μάλιστα όπως μας έχει αρχικά παραδοθεί, λόγιος ιδιωματισμός από το απώτατο παρελθόν.

Βουτιά, λοιπόν, στο χρόνο και … στα βαθιά νερά της νήσου Ικαρίας, σταματάμε το ρολόι του χρόνου στα χρόνια των πειρατών, 17ος αιώνας περίπου και ιδού η ιστορία δημιουργίας της άνωθεν φράσης. Προέλευση του «Υπό την Αιγίδα …». Στην ακριτική Ικαρία τα παλιά χρόνια τότε που δέχονταν συνεχώς το νησί επιδρομές και λεηλασίες από τους πειρατές -μάστιγα του Αιγαίου πελάγους για 10ετίες-, οι κάτοικοι του νησιού ζούσαν για ασφάλεια σε κάστρα για το φόβο των πειρατών. Έκρυβαν δε τα τρόφιμά τους σε ένα καλά προφυλαγμένο πηγάδι ούτως ώστε να μην τα βρουν οι πειρατές και είχαν συμφωνήσει να μην παίρνει κανείς από αυτά τα κρυμμένα τρόφιμα τα οποία εάν γίνονταν απόβαση στο νησί πειρατών και δεν τα ανακάλυπταν αυτοί, οι κάτοικοι θα τα χρησιμοποιούσαν κατόπιν για την επιβίωσή τους. Ένας χωρικός όμως παρέβη την συμφωνία και άρχισε να κλέβει τρόφιμα. Το αντελήφθησαν οι άλλοι Ικαριώτες, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν σε δίκη. Εκείνα τα χρόνια ρόλο δικαστών έπαιζαν οι πιο ηλικιωμένοι του χωριού, γέροντες Ικαριώτες που δυστυχώς για τον κατηγορούμενο δεν συγκινήθηκαν από την απολογία του και τον καταδίκασαν σε θάνατο.

– Λυπηθείτε με γέροντες για να ταΐσω τα παιδιά μου έκλεβα τα τρόφιμα, κλαίγοντας και γονατιστός μπροστά στους δικαστές του προσπαθεί ο φτωχός καταδικασμένος να μεταπείσει τους γέρους.

Τίποτα αυτοί. Κλαίει – κλαίει ο κατάδικος ώσπου «πιάνει» τόπο το κλάμα του. Ένας γέρο-δικαστής του συγκινείται από την μεταμέλειά του, βγάζει την κάπα του και την πετάει πάνω στον κατηγορούμενο καλύπτοντάς τον μ’ αυτήν. Σημάδι της εύνοιάς του, της προστασίας του. Έτσι γλύτωσε ο κατηγορούμενος την θανατική καταδίκη και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του μαζί με την οικογένειά του εξόριστος σε μικρό καλύβι έξω και μακριά από το κάστρο. Η κάπα του γερο-δικαστή ήταν κατασκευασμένη από μαλλί κατσίκας, -όπως τα περισσότερα ενδύματα του είδους της εποχής εκείνης- κατσίκα – αίγα το αρχαιοελλ. όνομά της και …

Υπό την αιγίδα, υπό την προστασία, φράση που «γεννήθηκε» στην Ικαρία αιώνες πριν, διασώθηκε έως σήμερα στην ζωντανή καθημερινή γλώσσα μας και που οφείλει (η φράση) την δημιουργία της στο υλικό κατασκευής της κάπας, στο μαλλί της αίγας – κατσίκας, στην κατσίκα, γνωστή και με την ονομασία γίδα, ενώ τα αρσενικά αποκαλούνται τράγοι.

gaila 1

Στη χώρα μας εκτρέφονται πολλές εγχώριες φυλές, τα δε παραγόμενα από την κατσίκα προϊόντα εκτός από το γάλα της με τις αξιόλογες θρεπτικές ιδιότητες, μη ξεχνάμε το δέρμα της, που χρησιμοποιείται στην υποδηματοποιία και στην κατασκευή γαντιών και φυσικά το τρίχωμά της για την παραγωγή χαλιών και υφασμάτων (όπως η κάπα του γερο-δικαστή στην Ικαρία).

gaila 2

Στην Ικαρία όπου δυστυχώς όπως αναφέρουν  εκτενή δημοσιεύματα του τοπικού  τύπου η ελεύθερη βόσκηση -πράγμα σύνηθες στο νησί- έχει επιφέρει σοβαρές καταστροφές στην χλωρίδα  της νήσου. Άκακη και συμπαθής η κατοικίδια κατσικούλα ικανοποιείται με φτωχή βλάστηση, έχει όμως την … κακιά συνήθεια να τρώει τους νεαρούς βλαστούς των δέντρων επομένως μπορεί να αποβεί επιβλαβής στις καλλιέργειες.

Πρόσφατα μετέφρασα  σειρά ρωσικών παραμυθιών και  με την ευκαιρία του άρθρου σας  παρουσιάζω το ακόλουθο με ηρωίδα «ρωσίδα» κατσίκα.

Το παραμύθι έχει τίτλο: «Η γκρινιάρα  κατσίκα» κι είναι του Α. Τολστόι.

Μια φορά και έναν καιρό  σ’ ένα μακρινό ρώσικο χωριό ήτανε  ένας γέρος και μια γριά κι είχανε και μια κόρη. Η κόρη λοιπόν μια μέρα πήγε να βοσκήσει τις κατσίκες. Τις πήγε σε βουνά, σε πράσινα λιβάδια να βοσκίσουνε και το βραδάκι με την δροσούλα τις γύρισε σπίτι.

Ο γερο-πατέρας της  κόρης, άκουσε τα κουδουνάκια που  φορούσαν στο λαιμό οι κατσίκες -νταν, ντιν – και βγήκε στην αυλή και τις ρώτησε:

gaila 3

– Καλές μου κατσικούλες, φάγατε  κ’ ήπιατε;

Και οι κατσίκες του απαντήσανε:

Φάγαμε και ήπιαμε

στα βουνά βοσκήσαμε

και χορταράκι κολατσίσαμε.

Μα μια κατσίκα πετάγεται  και λέει:

Εγώ δεν ήπια, εγώ δεν  έφαγα

στα βουνά δεν βόσκησα

και χορταράκι δεν κολάτσισα.

Την ακούει ο γέρος  την κατσίκα, θυμώνει πολύ και  μαλώνει την κόρη του. Την άλλη μέρα στέλνει την γριά του να βοσκήσει τις κατσίκες.

Η γριά λοιπόν, τις πήγε στα βουνά, σε πράσινα λιβάδια  να βοσκίσουνε και το βραδάκι με την δροσούλα τις γύρισε στο σπίτι.

Και ο γέρος βγήκε  στην αυλή και ρώτησε:

– Καλές μου κατσικούλες,  φάγατε κ’ ήπιατε;

Κ΄ οι κατσίκες του  απαντήσανε:

Φάγαμε και ήπιαμε καλά,

στα βουνά βοσκήσαμε

και χορταράκι κολατσίσαμε.

Μα μια κατσίκα πετάγεται  και λέει:

Εγώ δεν ήπια, εγώ δεν έφαγα

στα βουνά δεν βόσκησα

και χορταράκι δεν  κολάτσισα…

Την ακούει ο γέρος  την κατσίκα, θυμώνει πολύ και  μαλώνει την γριά του. Την άλλη μέρα σηκώθηκε και πήγε ο ίδιος  να βοσκήσει τις κατσίκες του. Ο γέρος  λοιπόν, τις πήγε στα βουνά, σε πράσινα  λιβάδια να βοσκίσουνε και το βραδάκι με την δροσούλα τις γύρισε στο σπίτι. Στάθηκε μπροστά τους στην αυλή του σπιτιού και τις ρώτησε:

gaila 4

– Καλές μου κατσικούλες, φάγατε  κ’ ήπιατε;

Κ΄ οι κατσίκες του  απαντήσανε: Και οι κατσίκες του απαντήσανε:

φάγαμε κ’ ήπιαμε καλά,

στα βουνά βοσκήσαμε

και χορταράκι κολατσίσαμε.

Μα μια κατσίκα πετάγεται  και λέει:

Εγώ δεν ήπια, εγώ δεν  έφαγα

στα βουνά δεν βόσκησα

και χορταράκι δεν  κολάτσισα …

Τη ακούει ο γέρος  την κατσίκα θυμώνει πολύ και  τούτη την φορά την αρπάζει  και αρχίζει να την χτυπά τόσο που το ένα πλευρό της κατσίκας θα της το σπάσει απ’ το πολύ ξύλο. Η κατσίκα, καταφέρνει να του ξεφύγει και με ένα σπασμένο πλευρό το βάζει στα πόδια κι όπου φύγει, φύγει. Εκεί που τρέχει βλέπει ένα λαγό, κάνει να τον κυνηγήσει και πέφτει σε ένα γκρεμό … σπα και τα’ άλλο της πλευρό, πάνε τα πόδια της τα χέρια της, τσάκισε και τα μούτρα της κ’ ίσα – ίσα εκεί που κείτονταν τσακισμένη πρόφτασε να πει:

Εγώ είμαι η κατσίκα  η γκρινιάρα,

που μ’ αγόρασαν μια δεκάρα,

που δε με τάιζαν, δε με πότιζαν

και δε με φρόντιζαν.

Κι αντί να πιάσω το λαγό

έπεσα μόνη στον γκρεμό

κι’ έχω τα πλευρά σπασμένα

και τα πόδια τσακισμένα

γδάρθηκαν τα μούτρα μου

κι’ άνοιξε η κούτρα μου.

Τούτα πρόφτασε να πει  η γκρινιάρα κατσίκα κι έκλεισε  για πάντα τα μάτια της.

Κι’ από τότε ο γέρος με τη γριά του και την κόρη τους μαζί με τις καλές κατσίκες όλο χαρές έχουνε. Τέρμα οι γκρινιάρες κι’ οι μπελάδες.

Φυλή της Άγκυρας  η Αγκορά, φυλή κατσίκας από την  Μ. Ασία που εγκλιματίστηκε στην Αμερική  και την Αυστραλία γνωστή για  το τρίχωμά της το περίφημο Μοχέρ που χρησιμοποιείται στην εριουργία.

Από την κ. του Κασμίρ (Ιμαλάια) και το ομώνυμο νήμα με χρήση επίσης στην εριουργία.

Κέρας της Αμάλθειας. Τη σπουδαιότητα των προϊόντων της κατσίκας απεικονίζει η αρχαιοελληνική αυτή φράση, τον πλούτο, την αφθονία. Σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό μύθο η Αμάλθεια ήταν κατσίκα από την οποία θήλαζε ο Δίας. Από το κέρατό της, κατόπιν σύμβολο της αφθονίας και της γονιμότητος, έβγαινε ότι λαχταρούσε ο κάτοχός της (Αριστ. απόσπ. 39).

  Τασσώ Γαΐλα

                                 αρθρογράφος – ερευνήτρια 

Advertisements

Τα Ικαριώτικα νέα δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.